Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Οι Καμπάνες του Άγιαρσενιού


 Πρέπει να ήταν ο πιο περίεργος πελάτης που μπήκε στο εργαστήριο μου.
Ήθελε, λέει , να διαλέξει παλιά κομμάτια από σίδερο.
Θα τα χτυπούσε και θα τα ηχογραφούσε.
Εν συνεχεία θα έκανε μια μουσική σύνθεση για την πτυχιακή του εργασία.

Ήταν ένας ευγενικός αδύνατος νεαρός φοιτητής του τμήματος μουσικών σπουδών με αραιά  κοκκινόξανθα γένια που κατέληγαν σε ένα ασθενικό μυτερό μουσάκι κάτω από το σαγόνι.

Μου θύμιζε ήρωα του Ντοστογιέφσκι.

Χτύπαγε  κομμάτια σίδερο και εγώ συνέχιζα την δουλειά μου.
Κάποια στιγμή χτύπησε δυο τρείς φορές το ίδιο σίδερο.
«Αυτό θα το πάρεις» του είπα με σιγουριά χωρίς να γυρίσω να τον κοιτάξω.
«Γιατί;» ρωτάει.
«Γιατί μας αρέσει» απαντώ
«Και γιατί «μας αρέσει» συνεχίζει.
«Δεν ξέρω αγόρι μου …μάλλον είναι «Μι».
Με κοίταξε παραξενεμένος . Πήρε τα σίδερα που είχε διαλέξει και έφυγε αφού με ευχαρίστησε.

Έτσι λοιπόν μου ήρθαν στο μυαλό μετά από τόσα χρόνια οι καμπάνες του Άγιαρσενιού.

Όταν ήμουν τεσσάρων με πέντε χρονών , η Νόννα μου η Βανθία με τάιζε κάτι χυλούς που δεν τρωγόντουσαν με τίποτα.

Είχαμε κάνει μια συμφωνία.
Θα ανεβαίναμε στο καμπαναριό του Άγιαρσενιού και για κάθε κουταλιά βασανιστηρίου θα χτύπαγα μια καμπανιά.

«Μια κουταλιά και μια καμπανιά».

Για κάποιο ανεξήγητο λόγο μου άρεσε τόσο πολύ ο ήχος της καμπάνας που τον αντάλλασα με μια κουταλιά δηλητήριο.

«Σώνει όρη κοπέλα να κοιμηθούμε» διαμαρτυρόταν  οι γειτόνοι.

Πέρασαν τα χρόνια και βρέθηκα στον Πειραιά να έχω γίνει φίλος με έναν από τους τελευταίους μαστόρους που έφτιαχναν καμπάνες.
Είχε ένα μικρό χυτήριο μπρούτζου  και δυο μεγάλους τόρνους.
Όταν  είχε την καμπάνα πάνω στον τόρνο φώναζε έναν περίεργο τύπο τυφλό με μπαστούνι και σκύλο.
Καθόταν ο τυφλός σε μια καρέκλα και ο μάστορας χτυπούσε μια φορά την καμπάνα.
«Ανέβαζε» του έλεγε ο Τυφλός.
Ο Μάστορας έπαιρνε ένα πάσο εσωτερικά την καμπάνα . Αφαιρούσε δηλαδή μέταλλο από την εσωτερική επιφάνεια της καμπάνας.
Την ξαναχτύπαγε.
«Ανέβαζε και άλλο»  του έλεγε ο τυφλός.
«Λίγο ακόμα».
«Εκεί!»
Σταμάταγε ο μάστορας. Πλήρωνε τον τυφλό και τελείωνε η παράξενη τελετουργία.

Νόμιζα ότι αυτή η εμμονή στο ακριβές κούρδισμα της καμπάνας δεν είχε κανένα νόημα .
«Κάποια ιδιοτροπία των καλογέρων του μεσαίωνα που έφτασε μέχρι τις μέρες μας » σκέφτηκα.

Πέρασαν και άλλα χρόνια και μέσα σε ένα σπήλαιο στην Σλοβενία οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν απομεινάρια εργαλείων ανθρώπων του Νεάντερνταλ.
Ανάμεσα τους ξεχώρισαν ένα κόκκαλο αρκούδας που πάνω του είχε πέντε ολοστρόγγυλες τρύπες  διαφορετικής απόστασης η μια από την άλλη και διαφορετικής διαμέτρου.

Έμειναν άναυδοι.

Το κόκκαλο της αρκούδας ήταν μια φλογέρα με πέντε μουσικούς τόνους.

Η Ανημίτονη Πεντατονική κλίμακα!

Η Κλίμακα της αρχαίας κινέζικης μουσικής, της Ινδικής , της  μεσαιωνικής  εκκλησιαστικής, των σημερινών πολυφωνικών τραγουδιών της Βαλκανικής και της γειτονικής μας Ηπείρου, της Τζαζ, της Ρόκ , των νέγρικων Μπλουζ.

Προσπαθούσα να φαντασθώ  αυτό το πλάσμα  να ανοίγει με ένα μυτερό πέτρινο εργαλείο την κάθε τρύπα.

Να  φυσάει  και να ξαναφυσάει στο κόκκαλο και να συνεχίζει να ανοίγει την τρύπα υπομονετικά.

Ξαφνικά να σταματάει.
«Εδώ»
Ακριβώς «Λα»
440 Hz /sec.

Ο Νεαντερντάλιος αυλός ήταν έτοιμος.

Δεν είναι δυνατόν!

Γιατί σταμάταγε ακριβώς εκεί;

Γιατί του άρεσε ακριβώς εκεί;

Κάποιοι μου είπαν ότι  είναι επιλογή του Θεού.

‘Άλλοι πάλι που βιαζόταν να ξεμπερδέψουν μου απάντησαν αόριστα ότι είναι η «αισθητική  που αποκτήσαμε από τους ήχους της φύσης».

Αναρωτιέμαι ακόμα.

Μερικές φορές που λιποψυχώ δεν θέλω να μάθω.

Μόλις ξύπνησα.

Κυριακή σήμερα

Η ώρα είναι  εννιά παρά τέταρτο .

Σε λίγο θα χτυπήσουν οι καμπάνες του Άγιαρσενιού.


Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Σοκολατούχο γάλα


 "Ο τόπος αυτός που μας πληγώνει, που μας εξευτελίζει."
Γιώργος Σεφέρης


Ο Πέτρος έμενε ακριβώς απέναντι από το σπίτι μου.
Ο Πατέρας του είχε μια μεγαλούτσικη βιοτεχνία που στα παιδικά μας μάτια έμοιαζε  με τεράστιο και μυστηριώδες εργοστάσιο.
Το σπίτι του Πέτρου ήταν μια μονοκατοικία με κήπο και ταράτσα. Ήταν  το μοναδικό σπίτι στην γειτονιά  που είχε ταράτσα.
Τα σπίτια  που είχαν ταράτσα προκαλούσαν δέος και θαυμασμό . Δεν κινδύνευες να σου στάξει η σκεπή.
Σήμερα κεραμίδια έχουν τα αξιοπρεπή σπίτια. Τα σπίτια με ταράτσες  είναι για τους φτωχούς .
Ο Πέτρος ήταν έξυπνο παιδί , καλός μαθητής και καλόκαρδος.  

Ο Πέτρος ήταν στρουμπουλός . Ήταν το μοναδικό στρουμπουλό παιδί της γειτονιάς.
Φορούσε  καινούργιο πουλοβεράκι , ι εφαρμοστό  παντελονάκι κοντό με τσέπες  και ρεβέρ.
Εκείνη την εποχή οι πλούσιοι ήταν χοντροί και οι φτωχοί αδύνατοι. Σήμερα  συμβαίνει το αντίθετο.

Τον Πέτρο τον ζηλεύαμε για όλα αυτά και επιπλέον γιατί τον έκαναν παρέα όλες οι κοπέλες της τάξης.

Στην γιορτή του κάλεσε όλη την τάξη στο πάρτι του.

Πήγαμε προετοιμασμένοι για να κάνουμε φασαρία.
Είχαμε καταστρώσει ένα σατανικό σχέδιο. Πρώτα θα τρώγαμε ήσυχα-ήσυχα καλά και μετά θα προκαλούσαμε έναν καυγά μεταξύ μας. Θα αρχίζαμε να εκσφενδονίζουμε πάστες  ο ένας στο άλλον και θα διαλύαμε το πάρτι.

Την ώρα του καυγά εγώ  είχα άλλα ανομολόγητα σχέδια.

Θα στρίμωχνα την Μαίρη σε μια γωνία και θα την φιλούσα με πάθος.

Η Μαίρη ήταν η αιτία για να φάω  ένα χέρι ξύλο και μια αποβολή. 
Σε κάποιο κυνηγητό την στρίμωξα πίσω από μια πόρτα και της είπα «σάγαπώ».
 Τόπε στο δάσκαλο.
Ήταν ώρα να πάρω το αίμα μου πίσω.

Ο Μπουφές του Πέτρου, στο κέντρο  του σαλονιού,  είχε τα πάντα που γνωρίζαμε και πολλά που δεν γνωρίζαμε.
Η μάνα του μας είχε ετοιμάσει  ψωμάκια με τυρί κίτρινο Ολλανδίας και  μορταδέλα λαχταριστή,   κόκα  κόλα , πορτοκαλάδες, βυσσινάδες  κρύο σοκολατούχο γάλα τηγανιτούς λουκουμάδες , και πάστες …άσπρες  και λαχταριστές.
Ούτε στον ύπνο μας δεν είχαμε βρεθεί  μπροστά σε τέτοια χλιδή.

Μετά το φαγοπότι άρχισε η σύρραξη.
Μέσα στο γενικό χαμό και ενώ σφυρίζανε οι πάστες πάνω από τα κεφάλια μας , στρίμωξα την Μαίρη στον τοίχο , της ακινητοποίησα τα χέρια και την φίλησα.
Στο πρώτο δευτερόλεπτο ένοιωθα  να αντιστέκεται. Αμέσως μετά  ένοιωσα να χαλαρώνει.
Δεν είπε τίποτα. Σαν να μην συνέβη το περιστατικό.

Έμεινα με την απορία .
«Αυτό ήταν όλο;» … «Τελικά το φιλί δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο»… «Πολύ φασαρία για το τίποτα ρε αδελφέ».

Το μόνο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση και δεν θα το ξεχάσω ποτέ , καθώς φαίνεται, ήταν η γεύση του σοκολατούχου γάλακτος.

Η Μαίρη είχε πιεί σοκολατούχο γάλα και η γεύση του ήταν ακόμα στο στόμα της .

Δεν ήξερα καν ότι υπήρχε τέτοιο πράμα.

Έκτοτε η γεύση αυτή μου θυμίζει πάντα εκείνη την στιγμή.

Πέρασαν τα χρόνια και ο Πέτρος έγινε μεγάλος και τρανός.
Σπούδασε στο εξωτερικό , ήταν και έξυπνο παιδί , είχε και την υποστήριξη του πατέρα του και «τα κατάφερε καλά».
Σήμερα τον ξέρουν όλοι . Είναι από τους  πολύ μεγάλους της  Ελληνικής οικονομικής ζωής.
Δεν ήταν παλιοτόμαρο. Ήταν διαρκώς διχασμένος ανάμεσα «στον προορισμό του»  και στο αίσθημα δικαιοσύνης που τον κυρίευε.

Πήγαμε και στην εξέγερση του  πολυτεχνείου  μαζί.
Ο Πατέρας του έλεγε:  «Η παππάς, παππάς η ζευγάς, ζευγάς»

Δεν τον αντιπάθησα ποτέ .

Νομίζω ότι υπέφερε.

Η Μαίρη πέθανε πολύ νέα «λόγω υπερβολικής χρήσης ναρκωτικών».

Κάποιος πήγε να μου πει, κάποτε,   πως ήταν όταν την κήδεψαν.
Τον έκοψα απότομα.

Η Κατερίνα  (η καλύτερη φίλη της Μαίρης) κλείστηκε σε ένα περίπτερο για όλη της την ζωή.

Πάντα όταν ανέβαινα  στην Αθήνα πήγαινα  να πιώ ένα καφέ  απέναντι από το περίπτερο της Κατερίνας.

Τελευταία  έβλεπα  κάποιον που, μάλλον ήταν ο άντρας της.
Όταν πέρασε το μετρό  άλλαξε τελείως το τοπίο.  
Το περίπτερο της Κατερίνας δεν υπάρχει πια.
Περνάω και από το σημείο που ήταν το σπίτι του Πέτρου και το δικό μας .
Δεν υπάρχει , πλέον, κανένα σημάδι .
Το σχολείο μας δεν υπάρχει ούτε αυτό . Έχει γίνει πολυκατάστημα με υπόγειο παρκινγκ.

Ο Πέτρος δεν με ξέχασε.
Κάποια φορά με πήρε τηλέφωνο.
Μου είπε να πάω στην Αθήνα.
«Μου είχε κάποια πρόταση»

«Δεν μπορώ Πέτρο…» του είπα.

«…Έχω να πληρώσω τις δικές μου επιλογές».

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Με κομμένη την ανάσα.

Ξυπνάω με κομμένη την ανάσα.
Ένα πλάκωμα στο στήθος , μια αίσθηση άγχους , πανικού και με ακανόνιστους χτύπους της καρδιάς.
Κοιτάω το ρολόι.
2.35 μμ.

Σηκώνομαι και παίρνω βαθιές ανάσες.
Το δωμάτιο με σφίγγει από παντού.
«Ας μην την ανησυχήσω» σκέφτομαι.
Ντύνομαι και βγαίνω έξω.
Ανεβαίνω στην μηχανή της κόρης μου και πάω στο νοσοκομείο.

Στα εξωτερικά ιατρεία γίνεται χαμός.
Δεκάδες πιτσιρικάδες αναμαλλιασμένοι, γδαρμένοι  και με σχισμένες φανέλες συζητούν έντονα.

«Τι ‘έγινε ρε παιδιά;» ερωτώ.
Αναλαμβάνει μια κοπέλα να με ενημερώσει.
Είχε πάρτι το σχολείο σε κάποιο Μπαρ.
Είχαν την μουσική δυνατά.
Ενοχλήθηκαν οι γειτόνοι και βγήκαν να διαμαρτυρηθούν.
Κουβέντα στην κουβέντα αρπάχτηκαν και άρχισε η κλωτσοπατινάδα μεταξύ γειτόνων και μαθητών.

Η κοπέλα κάθεται απέναντι μου .
Φοράει κάτι σαν λουρίδα για φόρεμα από κάτω και άλλη μια λουρίδα από πάνω.
«Με παρακολουθείς;» μου λέει.
«Με κομμένη την ανάσα» της απαντώ.

Ώρα  3.30 μμ
Μπουκάρουν οι Μπάτσοι .
Με βλέπουν με τους πιτσιρικάδες τριγύρω μου και βγάζουν το συμπέρασμα ότι είμαι κάποιος από τους γειτόνους που παίζανε ξύλο βραδιάτικα.
Με μπαγλαρώνουν και με  πάνε σηκωτό.
Με σώζει ένας συνομήλικος μου που τους πείθει ότι  κάνουν λάθος.

Παραλίγο θα βρισκόμουν από το ζεστό μου κρεβάτι στα μπουντρούμια της οδού Μέρλιν.

Ώρα 3. 45 μμ.
Οι Μπάτσοι πήραν όσους μπορούσαν .
Έμεινα μόνος με τον σωτήρα μου καθισμένοι δίπλα-δίπλα στον πάγκο αναμονής.
Είναι ο ένας εκ των συνιδιοκτητών του Μπαρ.
Χωρισμένος.
Η Ιρλανδέζα πήρε τα παιδιά στην πατρίδα της και έριξε μαύρη πέτρα.
Το χειμώνα μαζεύει τις ελιές και κάνει και κανένα μεροκάματο στην οικοδομή.
Το καλοκαίρι έχει το μπαράκι και βάζει και καμιά ντομάτα.
Ο λαιμός του έχει τέσσερις παράλληλες γδαρσιές.

Πάει στο φορτηγάκι και έρχεται με ένα κιβώτιο μπύρες και ένα σακί πατατάκια (επαγγελματικό).
Ώρα  4. 30 μμ
Πίνουμε μπύρες και τρώμε πατατάκια αμίλητοι.
Βγαίνει Ο γιατρός και φωνάζει «να περάσει ο επόμενος».
Κοιταζόμαστε με ύφος «Ποιος είναι αυτός και τι να εννοεί άραγε;»

Ώρα  4.45 μμ.
Φεύγω . 
Μπαίνω από τα στενά του Ποταμού μην με πιάσουνε για αλκοτέστ

Ώρα 4.55 μμ
Βάζω τις πυτζάμες μου και πέφτω στο κρεβάτι όσο πιο αθόρυβα γίνεται.

Μυρίζω  αλκοόλ.

«Πού ήσουνα;» μου λέει κοφτά.
«Στο νοσοκομείο» της λέω.

«Μάλιστα» μου λέει.

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Οστεοφύλαξ

Τις βροχερές νύχτες  στις ταβέρνες ακούς απίστευτες ιστορίες.

Τόφερε η κουβέντα μια φορά και ο  Κριτάκης  μας αφηγήθηκε  ένα περιστατικό από την ζωή του.

Το «Κριτάκης» είναι  το χαϊδευτικό του Ερωτόκριτου.

Είδα και έπαθα μέχρι να  το μάθω.

Τον Κριτάκη δεν τολμάς  να τον διακόψεις όταν μιλάει .

Μας μιλούσε για μια εποχή που ήτανε φαντάρος και επειδή ήτανε λίγο αριστερός τονε βάλανε φρουρό στο νεκροταφείο να φυλάει όλη νύχτα τα κόκκαλα …

«Ειδικότης : Οστεοφύλαξ».

Στο νεκροταφείο της ακριτικής πόλης υπήρχε ένα  μαυσωλείο σε σχήμα κώνου που στο μπετονένιο  στρογγυλό υπόγειο θάλαμο  του υπήρχαν μέσα σε συρτάρια τα  κόκκαλα των στρατιωτών που σκοτώθηκαν σε διάφορους πολέμους.

Κάθε συρτάρι είχε ένα κρανίο και δυό κόκκαλα.
Μπροστά είχε μια ταμπελίτσα βιδωμένη που πάνω έγραφε  το όνομα του νεκρού και τον πόλεμο στον οποίο έλαβε μέρος.

Το μόνο που μπέρδευε τον Κριτάκη ήταν οι ταμπελίτσες που έγραφαν «δολοφονηθείς υπό Κ/Σ».
Ρώταγε από δω και από κει αλλά κανένας δεν τούλεγε τι ήταν αυτό το  «..υπό Κ/Σ».
Ρώτησε  και τον λοχαγό του και εκείνος του είπε ότι  Κ/Σ σημαίνει «Κομμουνιστοσυμμορίτες».
Δεν του έφτανε η απάντηση και  εξέφρασε την απορία αφελώς :
«Καλά κανένας κομμουνιστοσυμμορίτης δεν σκοτώθηκε σε αυτόν τον πόλεμο;»
Έφαγε πέντε μέρες φυλακή και απάντηση δεν πήρε.

Συνέχισε την θητεία του ως «οστεοφύλαξ» μονίμως εγκατεστημένος στο νεκροταφείο.

Τουχανε πει στο χωριό του οι γερόντοι ότι σε κάθε πόλεμο στην πρώτη γραμμή, την πρώτη μέρα,  στέλνουνε όσους θέλουνε να ξεκάνουνε.

Αργότερα τους αποκαλούν ήρωες,  κάνουν παρελάσεις και βγάζουν επίσημους λόγους για την ανδρεία των νεκρών.

Έτσι του μπήκε στο μυαλό του Κριτάκη η ιδέα ότι μάλλον δεν θα μάθαινε ποτέ τίνος ακριβώς τα κόκκαλα φύλαγε στο υπόγειο μαυσωλείο.

Ένα βράδυ έπιασε μια δυνατή βροχή που εξελίχθηκε σε κατακλυσμό με αστραπόβροντα.

Έβρεχε καταρρακτωδώς όλη την νύχτα.

Τα νερά μπήκαν στο ημιυπόγειο μαυσωλείο και όσο ανέβαιναν έβγαζαν τα συρτάρια από την οστεοθήκη.

Μπήκε ο Κριτάκης μέσα με το φακό και τσαλαβουτώντας στα νερά μάζεψε όπως-όπως  τα συρτάρια με τα σκορπισμένα κόκκαλα και τα έβγαλε έξω.

Δεν μπορούσε να βρει άκρη και αποφάσισε να βάλει σε κάθε κουτί από ένα κρανίο και δύο κόκκαλα.

Όταν τραβηχτήκανε τα νερά τα ξανάβαλε στην θέση τους και δεν είπε σε κανέναν τίποτα.

Ήρθε και η μέρα της επετείου του μεγάλου πολέμου και όπως συνηθίζονταν κάθε χρόνο θα γινόταν στο νεκροταφείο η επιμνημόσυνη δέηση «υπέρ των πεσόντων».
Ο Δεσπότης έψαλε την καθιερωμένη δέηση, οι τοπικές αρχές παρακολουθούσαν συντετριμμένες με τα χέρια σταυρωμένα, ο Υπουργός έβγαλε έναν πολύ συγκινητικό λόγο «για τα παιδιά μας που έδωσαν την ζωή τους για το Έθνος» και το άγημα πυροβόλησε τρεις φορές στον αέρα.

Αν μπει κάποτε κανείς στο οστεοφυλάκιο και ανοίξει τα συρτάρια θα βρει ένα κρανίο με  δύο αριστερά χέρια,  κάποιον που πέθανε από κρυοπαγήματα να έχει μια στρογγυλή τρύπα στο κούτελο, η κάποιον να σκοτώθηκε  το ‘13  «υπό Κ/Σ»

Ο Κριτάκης καθόταν παράμερα και κοίταγε σκεφτικός την τελετή.

Δεν έμαθε ποτές τίνος τα κόκκαλα φύλαγε  τα βράδια.


Ούτε κανείς ήξερε να του πει.