Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Η Ιστορία της Λουτσίντα


Ξεκίνησα ένα πρωί να πάω να πληρώσω το τηλέφωνο.
Το είχα αναβάλει αρκετές φορές και δεν πήγαινε άλλο.

Πριν φτάσω στην γωνία άρχισε να βρέχει και  γύρισα να πάρω ομπρέλα.
Πήρα την ομπρέλα και όπως έφευγα βιαστικός βλέπω ένα γατί να σέρνεται προς εμένα νιαουρίζοντας.

Ήταν πατημένο από αυτοκίνητο μάλλον,  στην μέση.
Τα πίσω πόδια και η κοιλιά του  ήταν  σιάδι.

Δεν έβλεπα ελπίδες επιβίωσης .

Ψαχούλεψα τα κόκαλα των πίσω ποδιών και φαινόταν γερά.
Σκέφτηκα ότι αν ήταν γερό και το στομάχι του μπορούσε ,με μπόλικη τύχη, να επιβιώσει.

Το έβαλα σε μια μικρή αποθήκη με γάλα , νερό και στρωσίδια.
Σε δυό εβδομάδες σηκώθηκε στα πόδια του.
Σε ένα μήνα περπατούσε κανονικά.
Σε δύο μήνες σκαρφάλωνε στο κεφάλι μου.

Ήταν παρδαλή και , μιας και όταν γνωριστήκαμε κούτσαινε , την έβγαλα Λουτσίντα.

Λουτσίντα λέγανε μια γυναίκα που σύχναζε στο Λιστόν , κούτσαινε ,  φορούσε παράξενα πολύχρωμα ρούχα , βαφόταν  πολύ έντονα και ζούσε πάντα μόνη.

Οι παλιοί Κερκυραίοι όταν θέλανε να σχολιάσουν κάποια που κουνιόταν υπερβολικά λέγανε  ότι  «αυτή κουνιέται σαν την Λουτσίντα».

Την παρομοίαζαν με ένα καΐκι που το λέγανε «Λουτσίντα»  και  έκανε την γραμμή Κέρκυρα – Παξοί  τα χρόνια εκείνα.
Όταν περνούσε  τ΄Αλεύκι  κουνιόταν πολύ γιατί εκεί  είχε συνήθως κύμα.

Η δική μας η Λουτσίντα κουνιόταν επίσης αρκετά ώστε να ξεμυαλίσει έναν  γκρίζο κεραμιδόγατο και να γκαστρωθεί.

Η κοιλιά της δεν φαινόταν καν.

Κατά μια πολύ σπάνια σύμπτωση  είχε ένα μόνο γατί στην κοιλιά της και αυτό  άρχισε να βγαίνει με τα πόδια προς τα κάτω.

Φρακάρισε και  πέθανε με το ένα ποδαράκι του έξω.

Ώσπου να καταλάβω τι συμβαίνει η Λουτσίντα κινδύνευε από σηψαιμία.

Σήμανα τσι αλάρμες  στην γειτονιά και μαζεύτηκε το ποσόν των εκατό ευρώ  μέσα σε δέκα λεπτά.

Η Λουτσίντα μπήκε σε ιδιωτική κλινική  μικρών ζώων (παρακαλώ)  με όλες τις ανέσεις και έκανε καισαρική τομή.

Ο Γιατρός είπε ότι την προλάβαμε στο παραπέντε.

Από κάποιες απίστευτες και διαβολεμένες συμπτώσεις η Λουτσίντα ζει και βασιλεύει  στην γειτονιά μας και έχει γίνει αξιαγάπητη ειδικά στα μικρά παιδιά που έρχονται ειδικά για να παίξουν μαζί της .

Κατ’ αυτόν τον τρόπο έχω γνωρίσει πολλές αξιόλογες μαμάδες  που κάτω από άλλες περιστάσεις δεν θα μουλέγανε ούτε καλημέρα.

Πάντα αναρωτιόμουν αν όσα μας καθορίζουν είναι ζήτημα  απρόβλεπτων  καταστάσεων η αν  προκύπτουν από πολύ συγκεκριμένες αιτίες.
Επειδή όμως  με βόλευε ανέκαθεν ο Ιστορικός Ντετερμινισμός, η λογική της ιστορίας  και είχα και μια συμπάθεια στον Αϊνστάιν ,  πίστευα  και εγώ ότι είχε δίκιο όταν έλεγε ότι   « Ο Θεός δεν παίζει ζάρια».

Από την άλλη μου άρεσε και η ευφυής απάντηση που του έδωσε ένας συνάδελφος του.
 -«Και ποιος είσαι εσύ βρε ανόητε που θα πεις του Θεού τι να κάνει;»

Με τούτα και με κείνα  άρχισε να με απασχολεί το  περίφημο «πείραμα της Γάτας».

Λένε λοιπόν οι μεγάλοι της κβαντικής μηχανικής:
Αν υποθέσουμε ότι κλείνουμε μια γάτα σε ένα κουτί απολύτως απομονωμένο από  το  περιβάλλον.
Μέσα στο κουτί  υπάρχει μια σανίδα που λειτουργεί με ένα φωτοκύτταρο.
Πάνω στην σανίδα στερεώνουμε ένα μπουκάλι με ένα ισχυρό δηλητήριο.
Αν το μπουκάλι πέσει θα το πιει η γάτα και θα πεθάνει.

Από μια απειροελάχιστη σχισμή στέλνουμε ένα (και μοναδικό) φωτόνιο  προς το φωτοκύτταρο.

Το φωτόνιο επειδή  είναι κύμα και σωματίδιο ταυτοχρόνως και έχει απρόβλεπτη συμπεριφορά δεν μπορούμε να ξέρουμε αν  θα ενεργοποιήσει το φωτοκύτταρο  η όχι.

Εφόσον είμαστε έξω από το κουτί κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν η γάτα είναι ζωντανή η νεκρή  επομένως η γάτα είναι και ζωντανή και νεκρή.

Αν επιχειρήσουμε να δούμε μέσα στο κουτί την πορεία του φωτονίου τότε αυτό θα αλλάξει συμπεριφορά και μόνον που το κοιτάξαμε.

Το απίστευτο είναι ότι όσες φορές και αν το κοιτάξουμε τόσες διαφορετικές συμπεριφορές θα έχει.

Αν , δηλαδή μπορούσαμε να δούμε ριπλέυ την ίδια σκηνή της (μικρής μας) ιστορίας  κάτω από απολύτως τις ίδιες συνθήκες , κάθε φορά θα βλέπαμε και διαφορετική εκδοχή χωρίς να μπορούμε να προβλέψουμε ασφαλώς  καμιά.

Έτσι στην μια περίπτωση που ξαναζούσαμε την ιστορία της Λουτσίντα μπορεί να μην την πάταγε το αυτοκίνητο , να μην ερχόταν σε μένα και να μην την ήξερα καν.
Στην δεύτερη να ερχόταν πατημένη από το αυτοκίνητο αλλά να μην γύριζα εγώ να πάρω ομπρέλα και να την εύρισκα νεκρή στο πεζοδρόμιο και ούτω καθεξής.

Αν  η ιστορία  της Λουτσίντα δεν είναι αποτέλεσμα των αιτιών που την προκάλεσαν τότε αυτό που ονομάζουμε «Ιστορία της Λουτσίντα» δεν είναι πάρα μια από άπειρες εκδοχές  που δεν μπορούν να προβλεφτούν και που εμείς θεωρούμε ότι  αυτή η μια εκδοχή είναι αποτέλεσμα των αιτιών που την προκάλεσαν.

Έτσι αν μπορέσουμε να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τις (άπειρες)  αιτίες  θα μπορούσαμε να προβλέψουμε ακριβώς και το αποτέλεσμα.

Μου γρατζουνάει το τζάμι.

Της ανοίγω.

Κοντεύουν μεσάνυχτα  της Πέμπτης προς Παρασκευή  και είμαι κουρασμένος.

Με κοιτάει ανήσυχα.


Θα λέει από μέσα της  «Έχει γούστο ο τρελός να μου κάνει το πείραμα της γάτας».

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Αφορεσμένος


 Ανέλαβα κάποια φορά να κατασκευάσω και να τοποθετήσω δεκάδες ράφια.

Ο Πελάτης ήθελε να μετατρέψει το κατώι του σπιτιού του σε αρχείο και βιβλιοθήκη.

Έτσι βρέθηκα να βιδώνω ασταμάτητα ράφια στους τοίχους  ενός μισοσκότεινου δωματίου που τα παλιά χρόνια θα πρέπει να ήταν κουζίνα και καθιστικό.

Στο διάλειμμα ξεφύλλιζα παλιά βιβλία  που ήταν στοιβαγμένα σε κούτες στην μέση του δωματίου.

Λόγω ιδιοσυγκρασίας, την προσοχή μου τράβηξε το βιβλίο ενός Άγγλου περιηγητή.

Βρέθηκα καθισμένος σε ένα τελάρο από μπύρες  να διαβάζω  με μεγάλο ενδιαφέρον ένα κακομεταχειρισμένο βιβλίο  τυπωμένο το 1965 (αν δεν κάνω λάθος).

Ο Τύπος είχε γυρίσει όλη την Ελλάδα στα 1750 και έγραφε με γλαφυρό τρόπο τις  εντυπώσεις του.

Βρέθηκε και στην Κέρκυρα και πήγε να παρακολουθήσει τον «Μέγα Αφορισμό» που θα γινόταν στον  Άγιο Σπυρίδωνα (τον θαυματουργό).

Το πλήθος είχε κατακλύσει την εκκλησιά και του γύρω δρόμους.

Στην κορύφωση του αφορισμού , ο Πρωτόπαπας ( κάτι σαν τον σημερινό δεσπότη) βγήκε με αγριεμένο ύφος στην μεγάλη πύλη κρατώντας ψηλά ένα ευαγγέλιο με τα δυό του χέρια.

Έλεγε διαφορά ακατάληπτα λόγια ( κάτι σαν «άμπρα κατάμπρα») που ήταν η συνομιλία του με τον Θεό σε μια γλώσσα που μόνον οι εκπρόσωποι του Θεού γνώριζαν.

Το πλήθος τότε παραληρούσε .

Μερικές γυναίκες κοιτούσαν με υψωμένα χέρια στον ουρανό και τα μάτια τους είχαν γυρίσει ανάποδα.

Άλλοι  μονολογούσαν ακατάληπτες λέξεις και έβγαζαν αφρούς από το στόμα τους εκστασιασμένοι.

Πίστευαν ότι εκείνη τη στιγμή έτρεμε η Γής και  σκοτείνιαζε ο ουρανός.

«Δεν τόλμησα να τους πω ότι τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβαινε. Υπήρχε κίνδυνος να με λιντσάρουν.» αναφέρει ο Άγγλος περιηγητής.

Την εποχή εκείνη οι αφορισμοί ήταν πολύ συνηθισμένοι . Δεν χρειαζόταν να έχει κάποιος κάποια διαφορά με την εκκλησία. Αρκούσε μόνον να ήθελε αφορίσει κάποιον εχθρό του για οποιοδήποτε λόγο η προσωπική διαφορά.

Εκείνο που κρατούσε σε μια ισορροπία τα πράματα ήταν οι υψηλή τιμή του αφορισμού.

Ο «Μέγας αφορισμός» (που γινόταν στον Άγιο) στοίχιζε μια περιουσία και συνήθως αφορούσε σε διαφορές ανάμεσα σε οικογένειες αριστοκρατών.

Ο Λαός αφοριζόταν στου Κωτσέλα. 
Εκεί ο αφορισμός στοίχιζε λιγότερο αλλά και πάλι δεν μπορούσε  ο καθένας για ψύλλου πήδημα να αφορίζει τον διπλανό του.

Αν ξανάρθει στην μόδα ο αφορισμός θα τελείται πλέον στα Ldl  παρουσία πλήθους  αφιονισμένων καταναλωτών και θα κάνει 3.99 ευρώ.
Ενώ οι εύπορες τάξεις θα τελούν τον αφορισμό τους στου Βασιλόπουλου.

Ένυ γουέη.

Το  έθιμο του αφορισμού  σιγά-σιγά ατόνησε και περιορίστηκε  μόνο στις θρησκευτικές διαφορές.

Κάπου στον μεσοπόλεμο η εκκλησία απείλησε να αφορίσει έναν σπουδαίο λογοτέχνη για κάτι που έγραψε και προσέβαλε την εκκλησία.

Ρώτησε λοιπόν ο άνθρωπος να μάθει τι θα του συμβεί αν τον αφορίσουν και του είπαν ότι, αν αφορισθεί,  το πτώμα του δεν θα λιώσει ποτέ.
Πήγε λοιπόν και αυτός στην εκκλησιά και παρακάλεσε το παπά να του αφορίσει..τα παπούτσια.

Οι εκκλησίες πάντοτε συγκαλυμμένα η απροκάλυπτα αφόριζαν κατά το δοκούν.

Το ανατριχιαστικό είναι ότι οι αναλογίες είναι ίδιες με εκείνη την εποχή.

Πάντα υπάρχει  ο Παπάς θεματοφύλακας και αποκλειστικός συνομιλητής του Θεού σε μια ακατάληπτη γλώσσα.

Μετά έχουμε τους πιστούς που αφρίζουν και γυρίζουν τα μάτια τους ανάποδα.

Ακολουθούν αυτοί που σιωπούν για χάριν της ενότητας της εκκλησίας.

Ανάμεσα τους  νάσου και ο Άγγλος περιηγητής που σκιάζεται να πει ότι «Δεν συμβαίνει τίποτα από όλα αυτά».

Έτσι λοιπόν  (μέρες πούναι) θυμήθηκα ένα (αιρετικό) άρθρο που έστειλα κάποτε σε μια εφημερίδα.

Πολλοί που το διάβασαν είχαν επιφυλάξεις και διαφωνίες με το περιεχόμενό του.

 Επέμενα και δημοσιεύτηκε έτσι όπως το έγραψα.

Μετά από μερικά χρόνια, αποστασιοποιημένος από το κείμενο,  συμπέρανα ότι οι επικριτές μου είχαν δίκιο.

Βάζω μπροστά να το ρετουσάρω , να αφαιρέσω τα λάθη  καθώς και ορισμένα κομμάτια που αναφέρονται στην επικαιρότητα της εποχής εκείνης και να το δημοσιεύσω εκ νέου.


Μόλις το ετοιμάσω θα το  διαβάσετε και τα λέμε.

Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Όχι


 Η ζωή των ανθρώπων ξεκινάει πάντα με ένα «Όχι».

Κανένας , εξ όσων γνωρίζω , δεν βγήκε από την κοιλιά της μάνα του χασκογελώντας.

Όλοι κλαίγοντας γοερά ήρθαμε στον κόσμο.

Οι  σταρ της ψυχανάλυσης λένε  ότι έτσι εξηγείται και  η αρνητικότητα των παιδιών .

‘Ώσπου να μεγαλώσουν λένε συνέχεια «όχι».

Μεσήλικες το γυρίζουν στο «ναι μεν αλλά»  και γερνώντας λένε  «ναι» σε όλα.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο λαομίσητες κυβερνήσεις   στηρίζονται  βασικά στην Τρίτη ηλικία.

Η περίπτωση μου είναι  λίγο πιο σύνθετη.

Βγαίνοντας από την κοιλιά της μάνας μου αντιστάθηκα  με κάθε τρόπο.

Γαντζώθηκα στα τοιχώματα  τόσο που  η μαμή  με τράβαγε για ώρα λυσσασμένα από το κεφάλι.

Το αποτέλεσμα ήταν να βγω τελικά  με μια λακκούβα στο κρανίο  από τον αντίχειρα της.

Αυτή η λακκούβα φαίνεται ότι κάτι πείραξε μέσα  στο (μικρό  μου το) μυαλό και ως παιδί έλεγα πάντα «ναι».

Πειράχτηκε κάποιο νεύρο του εγκεφάλου μου και δεν μπορούσα να πω «όχι».

Έφτασα στο σημείο να  τρώω με το ζόρι την πάνα  από το φρέσκο γάλα, που μου βράζε η μάνα μου,  αδιαμαρτύρητα  και με απανωτές τάσεις για εμετό.

Θυμάμαι μια φορά που ήμουν μαθητής  είχα κατέβει στην Σόλωνος  να αγοράσω κάτι εργαλεία σχεδίου.

Είχα ώρα και αποφάσισα να γυρίσω  στα πόδια.
Πέρασα την πύλη του Αδριανού και  έστριψα στην Λεωφόρο Συγγρού.

Στο πρώτο περίπτερο με σταματάει μια γυναίκα που τηλεφωνούσε.
-«Μπορείς να με βοηθήσεις να βάλω μερικές κούτες βιβλία σε ένα ταξί;»
-«Ναι» είπα χωρίς δισταγμό και την ακολούθησα.

Στο δρόμο μου είπε ότι ήταν κόρη ενός αξιωματικού του στρατού και ότι είχε σπουδάσει αγγλική φιλολογία.

Με πήγε σε ένα παλιό ακατοίκητο νεοκλασικό στου Μέτς  με κλειστά παντζούρια, μισοσκότεινο και γεμάτο βιβλία και αράχνες. Με έριξε σε έναν παλιό καναπέ στρωμένο με βιβλία Άγγλων συγγραφέων  , με ξεβράκωσε και με βίασε.

Σα ζάμπα ήτανε αλλά , λίγο που ήμουνα πρωτάρης,  λίγο που δεν θα είχα μούτρα να παρουσιαστώ στην τάξη,  έκανα την ανάγκη φιλότιμο και παραδόθηκα άνευ όρων.

Έτσι,, άλλωστε, εξηγείται και η απέχθεια μου, έκτοτε ,  για την αγγλική λογοτεχνία.

Πέρασαν τα χρόνια και  έγινα πασίγνωστος ως «ο πάντα πρόθυμος».

Ξαφνικά , εκεί που οι συνομήλικοι μου το γύρισαν στο «ναι» , κάτι μπερδεύτηκε μέσα στο μυαλό μου και άρχισα ξαφνικά να λέω «όχι».

Χαϊδεύω το κεφάλι μου στο σημείο που έχει μείνει το βαθούλωμα από το δάχτυλο της μαμής.

Λες;

Με συναντάει ο Μάντζαρος στο δρόμο.
-«Θα πάρεις ένα λαχείο;»
-«όχι» του λέω και φεύγω.
Με κοιτάει αποσβολωμένος.

Με σταματάει ο Γιάννης.
-«Έχεις ένα ευρώ;»
-«Όχι» του λέω.
-«Τι έχεις πάθει ορέ!»
-«θα σου εξηγήσω άλλη ώρα» του λέω και φεύγω.

Περνάνε κάτι  κνίτες.
-«Θα πάρετε τον Ριζοσπάστη;»
-«όχι»

Με συναντάει ένας «παράγοντας του τόπου».
-«θα μπεις στο ψηφοδέλτιο;»
-«όχι».

-«Θέλεις έναν καφέ;»
-«Όχι»

-«Πάμε μια βόλτα;»
-«Όχι».

-«Θάρθεις το βράδυ;»
-«Όχι»

Πίνω το τσιπουράκι μου μόνος σήμερα το πρωί στην Γαρίτσα.

Σταματάει μια γυναίκα με το σκυλάκι της εσχάτως χωρισμένη.

Μου λέει διάφορα αδιάφορα.

Τα μάτια της και τα χείλη της ,όμως, μου λένε: «θέλεις να παρθούμε;»

-«όχι» της λέω.
-«Τι «όχι»;»  μου λέει.
-«Όχι..» της λέω «..και πάλι «όχι».

Απομακρύνεται αμήχανα και γεμάτη ερωτηματικά.

Από ότι φαίνεται περνάω την περίοδο του «όχι».

Αργότερα , ποιος ξέρει, μπορεί να ισορροπήσω και να το γυρίσω στο «ναι μεν αλλά..».


Η καλύτερα στο «Ναι. Αλλά όμως…»