Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Cafe vinceremmo


(στον Κώστα Τζιαντζή)


Σπάνια  πηγαίνω το καλοκαίρι στην παραλία του Αφιώνα.
Η Αμμουδιά είναι σκεπασμένη με ένα παχύ βορειοευρωπαϊκό στρώμα  αποχαυνωμένης κυτταρίτιδας που με αναγουλιάζει.

Ο Οκτώβρης είναι  για μένα.

Ξαπλώνω ολόγυμνος απέναντι από τον απογευματινό φθινοπωρινό ήλιο.

Στο νησάκι , απέναντι, αγναντεύω  το «Βασίλειο των αγριοκάτσικων».
Τρώνε πουρνάρια και αγριόχορτα και πίνουν θαλασσινό νερό.

Ένα μίλι τους χωρίζει από το «Βασίλειο της χοληστερίνης της κυτταρίτιδας και των ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών».

Το Βασίλειο των αγριοκάτσικων μερικές φορές νομίζεις ότι βρίσκεται «Εν πλώ» με την  Ελένη Καραΐνδρου στην λαγουδέρα.

Ο Ήλιος αιωρείται αντιστεκόμενος.

Ανεβαίνω στο μπαλκόνι του Cafe Vinceremmo.

Θα μου πείτε ..«Γιατί στο cafe Vinceremmo;»… και απαντώ ευθέως,  Πρώτον διότι μόνον αυτό είναι ανοιχτό να περιμένει τον μοναδικό πελάτη της απέραντης παραλίας και.. Δεύτερο διότι μόνο αυτό έχει την αποκοτιά να αντιστέκεται στα αμέτρητα λατινοαμερικάνικα «Venceremos».

Η Apassionata παραλύει τον Ήλιο. Τον τραβάει στα βάθη της θάλασσας.

Ο Λένιν έλεγε ότι «.. αυτή η μουσική σε παραλύει…. Αν την ακούγαμε  τον Οκτώβρη δεν θα κάναμε την επανάσταση».

Θυμάμαι τον Κώστα ένα σαββατοκύριακο στην Κεφαλονιά.

Έφτασα μετά από ένα δύσκολο ταξίδι στην Πάτρα.

Τον βρήκα στο λιμάνι να με περιμένει στον γκισέ εισιτηρίων.

«Τι κάνεις εδώ;» ρωτάω.
«Θάρθω και εγώ…» μου λέει «..έχω καιρό να δω την Ευανθία».

Στο πλοίο είχε θαλασσοταραχή. Πιάσαμε την κουβέντα στο κατάστρωμα με έναν φίλο Κεφαλλονίτη ναυτεργάτη. «Ήρθε να δει τους δικούς του». «Μπαρκάρει την άλλη βδομάδα από Κωνσταντινούπολη».

Το βράδυ στο ζεστό σαλόνι της Ευανθίας απέναντι από την θάλασσα.
Συζητάμε συνοδεία του πιάνου πολιορκημένοι από την γνωστή  επτανησιακή νυχτερινή υγρασία.

Αργά η Ευανθία μας αναγγέλλει επισήμως ότι «Ο Κώστας θα κοιμηθεί στο γνωστό κρεβάτι που πάντα τον περιμένει στρωμένο στην Κεφαλονιά».

Ξυπνήσαμε νωρίς , ως λένε οι ποιητές, «μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

Έψαχνα να βρω το παλτό μου.

Ο Κώστας με περίμενε στην εξώπορτα. Κρατούσε το παλτό μου. Τόχε βάλει αποβραδίς κοντά στην  ζέστη.

Ο Ήλιος κοντεύει να χαθεί.

Τα αγριοκάτσικα στο νησάκι του Αφιώνα δύσκολα τα βλέπεις.
Ακροβατούν στις άκρες των γκρεμών και σε κοιτάζουν με την περηφάνια αυτών που κατάφεραν να επιβιώσουν στις πιο δύσκολες συνθήκες.

Τώρα θα ετοιμάζονται να κοιμηθούν.

Κοιμούνται μόλις χαθεί ο ήλιος και σηκώνονται το χάραμα. Δεν κρυώνουν.. Δεν βλέπουν εφιάλτες. Δεν υψώνονται γύρω τους  «Μυστηριώδη οδοφράγματα».

Τελειώνει ο καφές.
Τελειώνουν τα τσιγάρα.
Τελειώνει ο Οκτώβρης.
Τελειώνει και η υπομονή του σερβιτόρου του Cafe Vinceremmo.

Κέρκυρα 29/10/2013

Σταμάτης Κυριάκης

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Γράκχος Μπαμπέφ


Η Κυρία Ειρήνη είναι μια συμπαθέστατη  γειτόνισσα και ευγενέστατη  συνταξιούχος του δημοσίου.

Οι συνταξιούχοι στις μέρες μας είναι τα πιο αξιοσέβαστα μέλη της κοινωνίας μας.

Τα παλιά χρόνια (του χρηματιστηρίου και του Κορφού μπαι ναίτ) , «κολόγερους» τους ανέβαζαν  «σκατόγριες» τις κατέβαζαν.

Σήμερα  το πρώτο μέλημα ολόκληρης της οικογένειας από τα ξημερώματα  είναι να φροντίσουν να πάρει τα φάρμακα του ο πάππους.

Κλάνει ο παππούς και σημαίνει γενικός συναγερμός.

Το μοναδικό εισόδημα της οικογένειας βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο.

Η Κυρία Ειρήνη , λοιπόν, θέλει να επισκευάσει τα κάγκελα του μπαλκονιού της όπως-όπως «να μην πέσει  κανένας  από κάτω».

Μου αναθέτει την «εργολαβία».

Ξεκινάω πρωί-πρωί να κόψω τα (πολύτιμα) σίδερα στις ακριβείς διαστάσεις.

Την στιγμή που είμαι με το μέτρο στο χέρι εμφανίζεται στην είσοδο του εργαστηρίου μου ο (συνταξιούχος) κυρ Γιώργης .

Με κοιτάει μέσα από τα μαύρα του γυαλιά με το γνωστό βλοσυρό του ύφος και με ρωτάει σοβαρά:

«Ποιος ήταν ο Μπαμπέφ;»

Τα χάνω. «Ο Μπαμπέφ!;…»  «..Πως σούρθε πρωί-πρωί ;»

«Διάβασα κάτι χτές βράδυ σε ένα περιοδικό.»

Έχει όρεξη για κουβέντα ο Γιώργης.

Του εξηγώ ότι ο Μπαμπέφ ήταν ένας από τους μεγάλους της Γαλλικής Επανάστασης και  ότι ήτανε της ριζοσπαστικής πτέρυγας.

«Αριστερός..δηλαδή;» συνεχίζει

«Ναι..» του λέω «..έτυχε να κάθετε στα αριστερά έδρανα της βουλής και από τότε αυτούς τους λέγανε «αριστερούς».

«..και το κουκουέ γιατί κάθετε δεξιά;»

« Εξαρτάται από πού το βλέπεις το πράμα , Γιώργη μου.»

«Αριστερά κάθετε …όπως το βλέπει το προεδρείο… μη με σκάσεις πρωί-πρωί.»

Ο κυρ Γιώργης λέει ότι θα ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ.

«Ο Μπαμπέφ δηλαδή θα λέγαμε ότι ήτανε κάτι σαν τον  ΣΥΡΙΖΑ;»

« Δεν νομίζω Γιώργη μου αλλά, κάνε μου τη χάρη και πήγαινε να φέρεις κανένα καφέ να ανοίξει το μάτι μας και τα λέμε αργότερα.»

Εντωμεταξύ έχω κόψει λάθος όλα τα σίδερα της κυρίας Ειρήνης.

Διορθώνω τα,  λάθος,  κομμένα σίδερα.

Περνάει ο Κώστας, ο επόμενος αξιοσέβαστος  συνταξιούχος της γειτονιάς.

Τα μπειμπιλίνο της γυναίκας του έχουν είκοσι τρία τα εκατό φιπιά και η μπύρα (μόνο) δεκατρία.

Είναι έξαλλος.

«Το καμπάρι πόσο φιπιά έχει;» ερωτώ αφελώς

Με αγριοκοιτάζει.

Έρχεται με τους καφέδες ο Γιώργης.

Τον ακούει και του ρίχνεται.

«Τα παράπονα σου στο Βενιζέλο που τόνε ψήφισες!»

Αρχίζει η σύγκρουση των δύο τάσεων.

Σκέφτομαι τον Μπαμπέφ , σφίγγω τα δόντια και κόβω το επόμενο κομμάτι σίδερο.

Ας ελπίσουμε ότι απόψε  το βράδυ δεν θα διαβάσει για τον Ροβεσπιέρο η για τους «αβράκωτους».

Είναι ακόμα Τετάρτη.


Όπως και νάχει το πράμα , αργούμε ακόμα μέχρι την «Δεκάτη ογδόη Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη»

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Ελαφροπατώντας


Ο «Δημητράκης» ελαφροπατάει.

Δύσκολα αντιλαμβάνεται κανείς την παρουσία του.

Ανοίγει το πρωί την πόρτα του και βγαίνει στον μπότζο του.

Αφήνει την πόρτα μισάνοιχτη. Κοιτάει προς το Σιδάρι  σκεφτικός. Φαντάζομαι εκτιμά  τον σημερινό καιρό για να πάρει τις αποφάσεις του.

Κοιτάει ψηλά την κληματαριά του. Χαϊδεύει απαλά τα φύλα με έναν τρόπο που θα τον ζήλευε και η ωραιότερη γυναίκα του κόσμου.

Σκύβει σοβαρός και περνάει τα δάχτυλά του απαλά πάνω από τα λουλούδια του μπαλκονιού.

Μπαίνει ξανά μέσα και βγαίνει αθόρυβα με ένα μπουκαλέτο στο χέρι.

Ρίχνει λίγο νερό σε κάθε πιτέρι σαν να το μετράει.

Κατεβαίνει αργά την εξωτερική σκάλα και αδειάζει προσεκτικά το υπόλοιπο νερό στην τσίγκινη λεκάνη κάτω από τη σκάλα. 
Η Τσίγκινη λεκάνη κάτω από τη σκάλα του Δημητράκη είναι γνωστή σε όλο το ζωικό βασίλειο της γειτονιάς.

Ανεβαίνει τη σκάλα προσεκτικά και αθόρυβα σαν να φοβάται μην γκρεμιστεί.

Ο Δημητράκης ελαφροπατάει  τόσο ώστε, αν δεν είσαι παρατηρητικός,  δεν θα είσαι ποτέ σίγουρος ότι πέρασε από μπροστά σου.

Μιλάει ελάχιστα και χαμηλόφωνα. Ίσα μια καλημέρα και ένας χαιρετισμός με το ανεπαίσθητο κούνημα του κεφαλιού.

Είναι  αυθεντικός Κερκυραίος αγρότης.

Οι Αγρότες άλλων περιοχών με τους μεγάλους κάμπους, τις τερατώδεις θεριζοαλωνιστικές μηχανές , τα τεράστια τρακτέρ και τα  μεγάλα ποτάμια θα γέλαγαν βλέποντάς τον.

Τα λιγοστά εργαλεία του είναι στην αποθήκη κάτω από την σκάλα. Η Πόρτα της αποθήκης είναι μονίμως ανοιχτή για να μπαίνουν τα βράδια οι γάτοι της γειτονιάς. 
Το κτήμα του δεν ξεπερνάει τα τέσσερα στρέμματα. Έχει Ελιές , νερατζιές , λεμονιές, ροδακινιές ,  αμπέλι, λαχανικά και δίπλα στο ξύλινο πορτόνι μια νεσπολιά.  Έχει και κότες και γίδα.

Ο Δημητράκης στα νιάτα του ήταν πολύ καλός μουσικός. Έχει ακόμα δίπλα στο κρεβάτι του το θρυλικό του ακορντεόν με τα πολλά μπάσα. Ολόκληρη ορχήστρα! Παίζανε στα πανηγύρια. Ο Πατέρας μου βιολί και ο Δημητράκης ακορντεόν.

Τις προάλλες τραγουδούσαμε στο σπίτι μου. Πολλοί νόμισαν ότι θα τον ανησυχούσαμε.

 Τους καθησύχασα.

Ο Δημητράκης είχε ανοίξει δυό δάχτυλα την πόρτα του και στεκόταν όρθιος από πίσω.

Είπαμε και μερικά τραγούδια που του άρεσαν.

 Ήξερα ότι μας ακούει.

Το πρωί περνώντας με καλημέρισε ευχαριστημένος . Μου χαμογέλασε συνωμοτικά σαν να ανήκαμε στην ίδια μυστική αίρεση.

Ο Δημητράκης ελαφροπατάει . Αν είσαι αφηρημένος δύσκολα καταλαβαίνεις το πέρασμα του.

Κατά τις έντεκα ανεβαίνουμε στην «Μπέλα βίστα» για καφέ.  Η θάλασσα εκπέμπει εκατομμύρια μικρούς σπινθηρισμούς στο σύμπαν.

Βόρεια κοιμάται τον Αγγελόκαστρο. 
Αιώνες απέναντι από τον μοναδικό του σύντροφο, το κάστρο του Γαρδικιού. Δεν είναι τυχαία το ένα απέναντι στο άλλο.

Καλημερίζω έναν κλασικό φασαριόζο αφροαμερικάνο με αθλητικό σορτς και αθλητική φανέλα της Ρεάλ Μαδρίτης. Παραξενεύεται ευχάριστα και ανταποδίδει. Δεν συνηθίζεται, φαίνεται, να καλημερίζονται οι άνθρωποι στα μέρη του.

Κατηφορίζουμε προς τους Λάκωνες.

Μούρχωνται στο μυαλό τα μοναδικά κρεμμύδια τους. Είναι κάτασπρα και τεράστια και έχουν εξαιρετική γεύση. 
Θάθελα τώρα νάχα λίγο φρέσκο ψωμί με πράσινο λάδι και ένα κρεμμύδι  κομμένο στα τέσσερα.

Σκέφτομαι ότι ο Δημητράκης  τώρα θα ανακατεύει αργά το ατομικό του τσουκάλι με τα κολοκυθάκια του.

Με προσοχή .


Αλαφροπατώντας.

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Κυμα FM

Μια δύωρη εκπομπή της Άτζελα Ρέγγη  με καλεσμένη την αφεντιά μου . Διαλέγω τα τραγούδια και μιλάω για όλα.



Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Εθελοντής


Κατηφορίζω την ναρκοθετημένη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Τίποτα δεν φαίνεται να μπορεί να ταράξει τον συνηθισμένο μου περίπατο.

Τα πρόσωπα αλληλοδιαδέχονται.

Αισθάνομαι τον άλλο  από μακριά.

Αυτός που έρχεται υποφέρει και ασφυκτιά. Προσπαθεί να μην το δείχνει. Το ένα κορδόνι από τα αθλητικά του παπούτσια  έχει λυθεί. Κάτι λένε και γελάει στον διπλανό του.

Συμμερίζομαι.

Η κυρία  παγιδευμένη στο κολλητό της  γκρίζο ταγιέρ, την τσάντα, την εφημερίδα και το υπηρεσιακό ύφος  «πρέπει να φτάσει κάπου ψηλά πάση θυσία». 
Περπατάει πλάι-πλάι με τον δολοφόνο της.

Λυπάμαι.

Ο τριαντάρης με την μισή φαλάκρα και το ξυρισμένο κεφάλι αδιαφορεί. Κάποιος χρηματοδοτεί την αδιαφορία του προς το παρόν. 
Μερικές φορές όταν συναντώ τέτοιους ανθρώπους νομίζω ότι , όπως περνάνε δίπλα μου, ρευστοποιούνται τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους , μεταμορφώνονται σε θηρία και με  απειλούν.

Τρομάζω.

Στην κολόνα του Ντούγκλα  μπαίνω στο πάρκο.

Τίποτα δεν φαίνεται ικανό να ταράξει την ησυχία του φθινοπωρινού απογεύματος.

Τον συναντάω στο πρώτο παγκάκι να κάθεται μόνος. Παρά την ηλικία του δεν έχει μπαστούνι. 
Εντυπωσιακό. 
Κρατάει μόνο μια μικρή ομπρέλα καλού κακού.

Το πενήντα τρία  , σε ηλικία είκοσι χρονώ, πήγαν να τον πιάσουνε για να τον στείλουνε «εθελοντή» στην Κορέα
.
Τους έφυγε και γύρναγε στα βουνά της Κέρκυρας  σαν αγρίμι. 
Τον έπιασε η χωροφυλακή.

Στην Κορέα κατάφερε και την ξανακοπάνησε από το μέτωπο  και διέσχισε όλη την Ασία με τα πόδια , λαθρεπιβάτης σε τραίνα, με βάρκες, με κάρα μέσα από έλη και λάσπες ειδυλλιακών περιοχών  που βλέπουμε στο Νάσιοναλ Τζεογκράφικ τις χειμωνιάτικες νύχτες.

Κάποτε έφτασε στο Βιετνάμ που τότε ήταν ακόμα μια ήσυχη χώρα.

Στα βάθη της ζούγκλας βρήκε ένα αόρατο χωριουδάκι δίπλα στο ποτάμι και έπιασε δουλειά ως ψαράς. 
Πηγαίνανε τα ψάρια με το κάρο σε γειτονικά χωριά και τα πουλούσαν.
Παντρεύτηκε την Λε Θούι και κάνανε δύο γιούς.

Τίποτα δεν φαινόταν να μπορεί  να ταράξει την ησυχία του μικρού βιετναμέζικου χωριού.

Ώσπου κάποια μέρα  ελικόπτερα και αεροπλάνα  έριξαν φωτιά και έκαψαν το χωριό. 
Kόλαση!  
Οι αγαπημένοι του φίλοι που τον δέχτηκαν χωρίς καμιά διάκριση ήταν νεκροί δίπλα στο ποτάμι.
Δεν ήξερε ποιος ήταν ο επιτιθέμενος , ούτε τον ένοιαζε. Πείσμωσε πολύ όμως γιατί τον ακολουθούσαν παντού οι συμφορές .

Αποφάσισε αυτή την φορά  να σταθεί και να αντιμετωπίσει την θύελλα.

Μάζεψε τους χωριανούς στο δάσος και έφτιαξε ομάδα αντίστασης.

Επιτέθηκαν ένα βράδυ σε ένα αμερικάνικο φυλάκιο,  σκότωσαν τους φρουρούς και εξοπλίστηκαν.

Η Ομάδα έγινε διάσημη σε όλο το Βιετνάμ για τα ανδραγαθήματά της .

 Ήταν η ομάδα του «Έλληνα λοχαγού».

Κάποτε τέλειωσε ο πόλεμος . Δεν μπόρεσε να βρει την Λε Θούι. 
Νόμιζε ότι σκοτώθηκε . 
Ύστερα από πολλές περιπέτειες , γύρισε πίσω στην Κέρκυρα.

Πέρασαν χρόνια και κάποια μέρα του ήρθε ένα γράμμα από την κυβέρνηση του Βιετνάμ που τον καλούσε να επισκεφθεί την χώρα.

Μόλις βγήκε από την πόρτα του αεροπλάνου τάχασε.

Χιλιάδες κόσμος τον περίμενε. Τεράστιες αφίσες στους τοίχους και στις κολόνες των δρόμων με την φωτογραφία του. Οι εφημερίδες τον περίμεναν με πρωτοσέλιδα . Ένα τσούρμο παιδιά του έδωσαν λουλούδια και τον αγκάλιασε ο ίδιος ο αρχηγός του γενικού επιτελείου στρατού.

Τότε ήρθε η μεγάλη έκπληξη. 
Τον πλησίασαν δύο νέοι και τον αγκάλιασαν. Ήταν τα παιδιά του.

Η Λε Θούι  επέζησε από την μεγάλη καταστροφή. Ξαναπαντρεύτηκε και έκανε άλλα έντεκα παιδιά.

Ο  ένας γιος του ήρθε μαζί του στην Κέρκυρα και ζει εδώ.

Του είπα να γράψουμε την ιστορία του να γίνει γνωστή σε όλους.

Με κοίταξε λοξά με τα θυμωμένα και υγρά μάτια του.

«Μιλάω μόνο στους ανθρώπους μου..»  «…σε εκείνους που με τίμησαν.»

Γοητεύομαι.

Συνεχίζω   το δρόμο μου.


Τίποτα δεν φαίνεται  να μπορεί να ταράξει την ησυχία του πάρκου της Γαρίτσας. 

Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

Η ασήμαντη στόρια ενός ερειπωμένου νερόμυλου


 Στα 1895 χτίστηκε  στο Ρικίνι,  δίπλα στο ποτάμι, ένας νερόμυλος.

Τώρα υπάρχουν μόνο μερικά ερείπια εκεί.

Οι χωριάτες από τσου Αγραφούς , τσου Αντιπερνούς , το Καβαλούρι, τσου Αγίους Δούλους και τα υπόλοιπα χωριά της περιοχής πήγαιναν εκεί το γέννημα τους για άλεσμα.

Τον χτίσανε δυό φίλοι , ο Νικολέτος Ανυφαντής που ζούσε σε μια κατοικιά στο λιβάδι και λέγανε ότι ήτανε από το Βαλανειό και ο Βιτουλαδίτης Παύλος του Τζουάνη που λέγανε ότι είχε έρθει από τσου Ραφαλάδες.

Συμφωνήσανε να πουλήσουν τα κτήματά τους και να χτίσουν τον Νερόμυλο.
Ο Νικολέτος έφερε τα λεφτά όπως συμφωνήσανε.
Ο Παύλος δεν έφερε ούτε τα μισά.
Ο Νικολέτος αναγκάστηκε να δουλέψει εργάτης μαζί με τους μαστόρους για να φτάσουν τα λεφτά.
Έμεινε και μισοτελειωμένη την ξεχυτή «για αργότερα που θα βγάζανε όβολα».

Ο  Νικολέτος  δούλευε κάθε μέρα στο μύλο.
Ο Παύλος ερχότανε το μεσημέρι στο ζύγισμα.

Ο Παύλος είχε γυρίσει λίγο μια αόρατη βίδα πίσω από την μπελάντζα και έβγαζε το στάρι βαρύτερο. Έτσι παίρνανε περισσότερα «αλεστικά».

«Έτσι είναι το εμπόριο»  του έλεγε.

Ο Νικολέτος  έδινε κρυφά στους χωριάτες πίσω τη διαφορά.
Δεν του άρεσε το άδικο.

Είχε καθαρίσει τσι ρίβες του ποταμιού με πολύ κόπο και είχε βάλει κότες , πάπιες , κονέλια και δύο γίδες.

Είχε φτιάξει και «καθιστικό» δίπλα στο νερό από μια κομμένη καρυδιά που έμεινε στο καθάρισμα του ποταμιού.

Του Νικολέτου του άρεσε να διαβάζει. Πρέπει να ήταν ο μοναδικός στο  χωριό του που ήξερε λίγα γράμματα.

Μερικές φορές τα βράδια πέρναγε από τον μύλο μια κοπέλα με το άλογό της που λέγανε ότι ήταν «αερικό» και ερχότανε από κάπου  πέρα από την «Αναχαράβη» και πήγαινε στο σπίτι του Ντίνου του Θεοτόκη από τσου Καρσάδες .

Οι χωριάτες τηνε κακολογούσαν γιατί «που ακούστηκε μια κοπέλα τσι παντρειάς να ξημερώνεται σε ξένο σπίτι;».
Λέγανε ότι ήτανε μορόζα του Ντίνου που ήτανε παντρεμένος και λέγανε ότι γινοτανε «Σόδομα και Γόμορρα» εκεί μέσα.

Τήνε γνώρισε ο Νικολέτος. Σταμάταγε εκεί να ποτίσει το άλογο της και του μιλούσε για παράξενους ανθρώπους από τα Σφακερά  , από τσι νυμφές και από τσου Πάγους που γνώριζε και γράφανε «στόριες»  και ποιήματα.

Τηνε λέγανε Ρήνη Δενδρινού.

Του χε φέρει και μερικά που τα διάβαζε στο «καθιστικό» δίπλα στο ποτάμι ξανά και ξανά και τάχε μάθει απέξω.

Πήγε και στη χώρα μια φορά που είχανε το καφενείο τους οι ποιητές και κάθισε σιωπηλός σε μιαν άκρη.

Δεν ήξερε κανένανε.

Μιλούσαν για παράξενα πράματα και ήτανε , λέει, «σοσιαλιστές».

Ο Παύλος στο μεταξύ ερχόταν όλο και λιγότερο στο μύλο για δουλειά.
Τον είχε κάνει κομματάρχη ο Τζόρτζης ο Θεοτόκης που ήτανε με τον Τρικούπη.

Πηγαινοερχόταν στη χώρα συχνά και τα βράδια γύρναγε τα χωριά και μάζευε ψήφους «από κουζίνα σε κουζίνα».

«Έτσι είναι η πολιτική» έλεγε του Νικολέτου.

Είδε και απόειδε ο Νικολέτος και πήγε στο δικαστήριο να καταγγείλει την «σεμπριά» με τον Παύλο.

Τον αποζημίωσε  «βάσει νόμου» και συνέχισε μόνος του για μερικά χρόνια ακόμα.

Ήθελε να γράφει και αυτός «στόριες» αλλά δεν ήτανε «για μεγάλα πράματα».

Τα βράδια έγραφε μικρές αληθινές ιστορίες  σε ένα τετράδιο που «δεν είχανε καμιά αξία».

Πολλά χρόνια αργότερα κάποιος βρήκε το τετράδιο και το έστειλε στο τυπογραφείο.

Ελάχιστα αντίτυπα πουληθήκανε και ο «εκδότης» έκλαιγε τα λεφτά του.

Έπεσε ένα σχισμένο αντίτυπο στα χέρια του πατέρα μου και το διάβαζε με ενδιαφέρον στην κουζίνα ανακατεύοντας το φαί.

Τούπεσε μέσα στην κατσαρόλα με την σούπα.

Έβαλα τις φωνές.

Τόβγαλε με την κουτάλα.


Θυμάμαι τις στόριες του Νικολέτου Ανυφαντή κάθε που περνάω από κει.

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Χίλιες λέξεις το χρόνο



Στην αρχή ξεκίνησα να πληκτρολογώ με το ένα δάκτυλο ψάχνοντας τα γράμματα ένα -ένα.

Άρχισα να γράφω λέξεις στην τύχη η να αντιγράφω κείμενα από εφημερίδες.

Μετά  έγραφα λέξεις από το Κερκυραϊκό λεξιλόγιο …έτσι  στην τύχη.

Μετά από μερικές μέρες οι λέξεις είχαν γίνει πολλές.

Βρήκα ένα Κερκυραϊκό λεξικό  ενός σπουδαίου  Κερκυραίου διανοούμενου , του  Γεράσιμου Χυτήρη,  (πατέρα του Τηλέμαχου Χυτήρη … θέ μου συχώραμε).

Μου άρεσε ο τρόπος που το είχε φτιάξει.

Σύντομα οι  οχτακόσιες λέξεις του  λεξικού του Γεράσιμου Χυτήρη μου φαίνονταν απελπιστικά λίγες.

Ξεκίνησα ένα γοητευτικό ταξίδι  στα άγνωστα μονοπάτια της γλώσσας μας.

Δούλεψα πυρετωδώς για πέντε χρόνια.

Το πρωί στη δουλειά και τα βράδια προσπαθούσα να  εξηγήσω την προέλευση των λέξεων της γλώσσας μας.

Γύρναγα  τα χωριά  και έβαζα τους γερόντους να θυμηθούν παλιές λέξεις.

Άφηνα στο τραπέζι ένα χαρτί και την άλλη βδομάδα πέρναγα και το έβρισκα γεμάτο λέξεις  μπρός πίσω.

Χρησιμοποίησα το «Βεντάριο  Παξινών λέξεων» του Δημάρχου των Παξών.
Χρησιμοποίησα το λεξικό παλιών τεχνικών όρων του  Ραψομανίκη.
Με βοήθησαν οι ψαράδες της Κόντρα φόσα.
Με βοήθησαν οι παλιοί λουτρουβιάρηδες
Με βοήθησαν χωριάτες που ήξερα τις παλιές ονομασίες από τα αγριολάχανα.
Με βοήθησε μια κοπέλα από τους Οθωνούς.
Με βοήθησαν πολλοί .

Ταξίδεψα  αναζητώντας μια λέξη.

Θυμάμαι ένα βράδυ έξω από την Αγκώνα , στη Τσιταβέκια,   έψαχνα να  βρω το λιμάνι που έδεναν τα καΐκια με τους  Μαντουκιώτες  κοντραμπαντιέρηδες.
Έκαναν λαθρεμπόριο σαλαμιών και τυριών  από την  Πάρμα.
Οι ψαράδες σε ένα καφενείο της Τσιταβέκια δεν ήξεραν τίποτα.
 Ένας γέρος ψαράς μου είπε ότι  είχε ακούσει από τους παλαιούς για τους κοντραμπαντιέρηδες που έμπαιναν μέσα στο ποτάμι και είχαν φτιάξει ένα ξύλινο πόντε μέσα στους  καλαμιώνες για να φορτώνουν.

Θυμάμαι που έψαχνα να βρω την προέλευση της λέξης «Λαζαρέτο» . Ξέρετε, μιλάω για το νησάκι με την βαριά Ιστορία δυό μίλια από το λιμάνι.
Στην Ιταλική είναι  συνώνυμο της λέξης  «Λοιμοκαθαρτήριο» . Οι Ενετοί το χρησιμοποιούσαν ως τέτοιο.
Τα βιβλία της Ιστορίας έλεγαν ότι επρόκειτο για παράφραση της  ονομασίας ενός μοναστηριού στην Βενετία που λεγόταν «Santa Maria di Nazareth».

Κοντά πέσανε.

Από το Ιστορικό αρχείο της Βενετίας έμαθα ότι πράγματι υπήρχε ένα μοναστήρι με αυτό το όνομα πάνω σε ένα νησάκι.
Στα 1100 , όμως, κάποιος Conte Lazaro χρηματοδότησε το μοναστήρι προκειμένου να μετατραπεί σε λοιμοκαθαρτήριο.
Πενήντα χρόνια αργότερα  οι μοναχοί μετονόμασαν το μοναστήρι σε «Monastero di  San Lazaro». Το δε νησάκι έγινε  Lazaretto.
Έκτοτε οι Ενετοί ονόμαζαν «Λαζαρέτο» τα νησάκια σε κάθε μεριά της μεσογείου που τα χρησιμοποιούσαν ως λοιμοκαθαρτήρια.

Έτσι που λες αγαπητέ αναγνώστη πέρασαν πέντε χρόνια  που με έκαναν πλουσιότερο.

Το δημοσίευσα στο διαδίκτυο και ένα  βράδυ σήκωσα το τηλέφωνο και  στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν μια γυναίκα που μου ζήτησε να χρησιμοποιήσει το λεξικό.
Ήταν καθηγήτρια στο τμήμα Ελληνικής γλώσσας του πανεπιστημίου της Μαδρίτης  και ήθελε λέει να το «εντάξη στην ύλη».
 Κάνανε, λέει,  μια εργασία για την αλληλεπίδραση των γλωσσών  στην μεσόγειο.

Παραλίγο να βάλω τα γέλια.

Μια εταιρεία το έκανε και δωρεάν  applicasion (Μήτσο μ’) για κινητά.


Ρε τι μπορεί να πάθει κανείς ξεκινώντας να μάθει να πληκτρολογεί!




Ευχαριστώ θερμά τα παιδιά της wca για την τιμή που μου έκαναν να κάνουν την εφαρμογή για κινητά.