Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

ΒΑΣΙΛΗΣ


Ο Βασίλης ήταν ο μικρότερος γιός της Λόλας.

Ήταν ψηλός , λιγνός , λίγο γυρτός, πάντα χαμογελαστός , με γυαλιά μυωπίας κολλημένα με σελοτέιπ και δυό τσαπόδοντα μπροστά σαν κουνέλι.

Μου τον έφερε το αφεντικό ένα πρωί για βοηθό.

Μετά από μερικές μέρες  μου έφερε και έναν ασφαλίτη που «με ήθελε κάτι».

Σταμάτησα  τη δουλειά και τον ακολούθησα παράμερα.

«Έχε το νου σου στον Βασίλη…» μου είπε εμπιστευτικά «… είναι περίεργη περίπτωση».

Μου είπε ότι ήταν κλεφτρόνι στην Θεσσαλονίκη  και ότι μόλις πάτησε το ποδάρι του στην Κέρκυρα μπήκε στο σπίτι μιας  γριάς.

«Το παράξενο είναι ότι δεν έκλεψε τίποτα αξίας . Άνοιξε το ψυγείο , έφαγε,  και έπεσε για ύπνο στον καναπέ….»   «..ήρθε η γριά και τονε βρήκε να κοιμάται. 
Δεν έκανε μήνυση  και ο Βασίλης της ζήτησε να τον υιοθετήσει. 
Τον πήραμε στο τμήμα και τελικά μας κατάφερε να του δώσαμε λίγα λεφτά και τον αφήσαμε».

Έβαλα τα γέλια.

«Καλά του είπα θα προσέχω.»

«Τι σου έλεγε ο Μπάτσος;»  με ρώτησε ο Βασίλης.
«Και εσύ που ξέρεις  ότι  είναι μπάτσος ρε Βασίλη;»
«Έλα τώρα! …από τη μυρουδιά».

Ο Βασίλης,  η «Πεπίτο»,  ήταν το συμπαθέστερο κλεφτρόνι της Θεσσαλονίκης.
Όταν βγήκε από το ορφανοτροφείο βρήκε στο δρόμο ένα πεντακοσάρικο και αποφάσισε να γίνει «επιχειρηματίας».
Αγόρασε «Ταμπλά» και κουλούρια και βγήκε στην Αριστοτέλους.
 Έφαγε μόνος του τα κουλούρια και φαλίρισε την επιχείρηση σε ένα πρωί.

Πάλευε μια ολόκληρη νύχτα να ανοίξει κάποιο διαμέρισμα σε μια πολυκατοικία και  όταν κατάφερε να ανοίξει την πόρτα , κατά τα  ξημερώματα,  διαπίστωσε ότι έκανε λάθος πόρτα και είχε βγει στον ακάλυπτο.

Κάποια άλλη φορά πήγε να κλέψει μια αποθήκη με ηλεκτρονικά μηχανήματα  αλλά  πιάστηκε σε μια λόγχη του πορτονιού και έμεινε όλη νύχτα κρεμασμένος. «Το κακό είναι ότι άνοιξε και το πορτόνι και με πηγαινόφερνε ο αέρας όλη νύχτα».
 
Το πρωί τονε πιάσανε και τονε πήγανε «μέσα».

Μόλις  βγήκε από τη «Στενή» έπεσε να κοιμηθεί σε ένα παγκάκι. 
Τον ξύπνησε ένας αστυνομικός και του ζήτησε ταυτότητα. 
Άρπαξε ένα παλούκι από το πάρκο,  χτύπησε τον αστυνομικό και έφυγε τρέχοντας.

Την άλλη μέρα πήγε στο τμήμα «να δει πως είναι ο μπάτσος» .

Τόνε ξαναβάλανε μέσα.

Ύστερα έπιασε δουλειά με τον αδελφό του . 
Δούλευαν  σε κάποια εργολαβία στο αεροδρόμιο.
«Με χτυπήσανε είκοσι χιλιάδες βολτ»  μούλεγε.
«Ευτυχώς που φορούσα παπούτσια μονωτικά και πατούσα πάνω σε σανίδα….. γλύτωσα πάρα τρίχα…. Έκατσα είκοσι μέρες , μαύρος σαν αράπης,  στο νοσοκομείο.»

Βίος και πολιτεία ο Βασίλης.

Μια μέρα με φώναξε ο ΜαστροΓιώργης , ο  γεροντότερος  και πιο σεβαστός μάστορας.
Κάτι σημείωνε  αμήχανα πάνω σε μια λαμαρίνα με το γκέσο.
Με κοίταξε πάνω από τα γυαλιά του και μου είπε σοβαρά:
«Μου ζήτησε να τον υιοθετήσω.»
«Ποιόν»  ρώτησα.
«Το Βασίλη» μου απάντησε.
Έβαλα τα γέλια.

Δεν νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να μην μπορεί να συμπαθήσει τον Βασίλη.

Πολλές φορές τα βράδια σκέφτομαι ότι αν είχα  τη δύναμη. 
Αν , ας πούμε,  κέρδιζα ένα λαχείο  με πολλά λεφτά , θα έφτιαχνα μια τεράστια κατασκήνωση.

Θα έβαζα και στο κέντρο  έναν ιστό  με ασπρισμένες πέτρες γύρω-γύρω και με μια γαλάζια σημαία σαν τη θάλασσα.

Θα είχα και ένα εστιατόριο με τα καλύτερα φαγητά του κόσμου.

Τα μεγάφωνα θα έπαιζαν μουσικές του Ροσίνι.

Στην  παραλία  θα είχα ξύλινα κιόσκια και παγκάκια και μεγάλα δένδρα για να κοιμούνται τα μεσημέρια κάτω από τον ίσκιο.

Τα βράδια θα είχα θεατρικές παραστάσεις με τους καλύτερους ηθοποιούς του κόσμου .


Θα μάζευα εκεί όλα τα παιδιά του κόσμου σαν τον Βασίλη.

Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

ΛΟΛΑ

Χτές το βράδυ μια μικρή μου φίλη μου έστειλε ένα link μιας ιστοδελίδας που μιλούσε για την τραγωδία στους Αντιπερνούς.

«Μια μάνα έπνιξε στην μπανιέρα την εφτάχρονη κόρη της  και στην συνέχεια κρεμάστηκε» Έλεγε το αστυνομικό δελτίο.

Αποφεύγω να διαβάζω τέτοια πράματα πριν κοιμηθώ.

Μούρθε στο νου η Λόλα.
 
Είναι από κείνες τις ιστορίες που έχω βάλει στο πιο ακριανό ντουλάπι του μυαλού μου.

Θυμάμαι σαν  όνειρο  τους χωριανούς μου στο δρόμο όρθιους με σκυμμένο κεφάλι και την πλάτη στον τοίχο.

Στη μέση του δρόμου περνούσε μια παράξενη πομπή . 
Τέσσερις άνδρες  κρατούσαν μια ξύλινη σκάλα και επάνω  ήταν ένας ξαπλωμένος άνδρας με κλειστά τα μάτια.

Θάμουνα πέντε χρονώ και θυμάμαι ελάχιστα πράματα από εκείνη την ηλικία.

Η Λόλα ήταν μια ξερακιανή ,ψιλή και λιγομίλητη γυναίκα.

Δηλητηρίασε τον άντρα της και σκότωσε τα δύο από τα τέσσερα παιδιά της.

Το ένα παιδάκι το χτύπαγε με ένα ξύλο σε ένα χωράφι έξω από το χωριό και όταν νόμισε ότι ξεψύχησε το σκέπασε με βράχλα.

Την άλλη μέρα πήγε και είδε ότι ανάσαινε ακόμα.

Το κρέμασε από ένα κλαρί.

Δεν μίλησε ποτέ  στους δικαστές ούτε σε κανέναν άλλο.

 Πέρασε όλη την ζωή της στις φυλακές και στα ιδρύματα.

Πέρασαν πενήντα χρόνια και ακόμα και σήμερα το χωριό αποφεύγει να μιλάει για αυτό.

Κάποτε η Λόλα ξανάρθε στην Κέρκυρα.

Δεν πήγε στο χωριό.  Βρήκε ένα  ερειπωμένο σπίτι στην Οβριακή  και έμενε εκεί με ένα επίδομα της πρόνοιας.

Τα δυό παιδιά που έμειναν μεγάλωσαν σε ιδρύματα. 
Ο  μεγαλύτερος έκανε οικογένεια και  ζει σε μια πόλη της βόρειας Ελλάδας.
Ο Βασίλης , ο μικρότερος , ήρθε στην Κέρκυρα μαζί με την μάνα του.

Ήρθε να δουλέψει εκεί που δούλευα και εγώ και μου τον έδωσαν για βοηθό.

Από τις πρώτες κουβέντες της γνωριμίας μας κατάλαβα ότι επρόκειτο για τον παιδικό μου φίλο.

Απέφευγα να μιλήσω για την  τραγωδία της οικογενείας του . 
Το ίδιο και αυτός . 
Καμιά φορά αστειευόταν με έναν τρόπο που με έκανε να ανατριχιάζω.
Ο Βασίλης είναι μια περίεργη περίπτωση ανθρώπου που πέρασε πολλά βάσανα και παρόλα αυτά η ζωή του σε κάνει να λυπάσαι και να χαμογελάς με κατανόηση.

Θα μιλήσω  αργότερα  γιαυτόν.

Μια μέρα λοιπόν με κάλεσε «για καφέ στο σπίτι».

Φαίνεται ότι κάτι είδε στα μάτια μου. 
Γέλασε και μου είπε να μην φοβάμαι.

Η πρόκληση ήταν μεγάλη.

Πήγα.

Η Λόλα  φορούσε ένα σκούρο φόρεμα και ποδιά νοικοκυράς.

Σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά και με χαιρέτησε με ένα συγκρατημένο χαμόγελο.

Καθίσαμε σε ένα κουτσό τραπέζι που μάλλον το  είχαν βρει στα σκουπίδια.

Μας έφτιαξε καφέ.

Δεν έκατσε μαζί μας στο τραπέζι.

Ήταν σιωπηλή και σκυμμένη στον νεροχύτη.

Μερικές φευγαλέες ματιές.

Απέφευγα να την κοιτάξω στα μάτια για πολύ.

Δεν μπορούσα να το αντέξω.


Λένε οι σοφοί ότι αν κοιτάς για πολύ την άβυσσο αρχίζει να σε κοιτάει και αυτή.

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Στιγμές του Αυγούστου

Καμιά δεκαριά μέρες μένουν για να τελειώσει ο Αύγουστος .

Έχω την αίσθηση ότι φέτος μετράει μια-μια τις στιγμές του.

Μοιάζει με εκείνους που μελετούν σε όλη την ζωή τους  το βέβαιο χαμό τους.

Κάνει σαν να βιάζεται να δώσει τη θέση του σε έναν επερχόμενο και θυμωμένο Σεπτέμβρη.

Η Συναυλία στο Σωκράκι  ήταν  από τις ξεχωριστές.

Μάλλον δεν έμοιαζε ακριβώς με συναυλία.

Περισσότερο ήταν μια σύναξη  δυό χωριών που για κάποιο λόγο είχαν πάντα στενούς δεσμούς .

Δεν βρισκόσουν ανάμεσα στο ανώνυμο πλήθος  των συνηθισμένων συναυλιών αλλά ανάμεσα σε φίλους και αδελφούς  που επιτέλους συναντήθηκαν στο προκαθορισμένο ραντεβού.

Ήταν εκεί οι Χοντρογιάνηδες , οι Χαρτοφύλακες  και  οι Κρασάκηδες,   με τα παιδιά τους  και τα εγγόνια τους. 

Γνώριζες τα παιδιά γιατί έμοιαζαν με την μάνα τους η τον πατέρα τους.

Τα παιδιά από το κόρο του Βαλανειού καθόταν στα τραπέζια όπως όλοι.

Τραγουδούσαν  για τον μακρινό Βόλγα και για  μια βαρκούλα που αργό κυλούσε μαζί με αυτόν … «μα κανείς δεν ήταν μέσα».

 Όλοι κρατούσαν την ανάσα τους . 
Δεν ακουγόταν πάρα  μόνο το τραγούδι.   
Αν έκλεινες τα μάτια για μια στιγμή θα νόμιζες ότι είσαι μόνος στην μέση της όμορφης πλατείας του ορεινού χωριού.

Μονάχα ένα παιδάκι σηκώθηκε και ήρθε να ρωτήσει τη μάνα του «τι απόγινε η βάρκα;» και «γιατί τελειώνει έτσι το τραγούδι;»  και «γιατί δεν το λένε όλο;» .

 Η μαμά προσπαθούσε να του απαντήσει και  τουλεγε ότι υπάρχουν  ιστορίες και τραγούδια που είναι φτιαγμένα για να μην τελειώνουν ποτέ αλλά ο μικρός  δεν την πίστευε.

Ενώ ο Αύγουστος μέτραγε τις στιγμές  του  κατηφορίζαμε αργά τη νύχτα προς τον Ζυγό .

Ξάφνου ένα μεγάλο γκριζόασπρο πουλί  μας τρόμαξε περνώντας πάνω από τα κεφάλια μας.

Έκανε μερικές βόλτες μέσα στο σκοτάδι και ξαναγύρισε . 
Κατέβηκε και στάθηκε στην μέση του δρόμου.
Σταματήσαμε την μοτοσυκλέτα και σταθήκαμε και εμείς ακίνητοι  απέναντι σε μια πανέμορφη  γκριζόασπρη  κουκουβάγια.

Μας κοίταγε ακίνητη και σοβαρή.

Περιμέναμε να φύγει μόνη της.

Μπορούσαμε να προχωρήσουμε κατά πάνω της , και να σηκωθεί τρομαγμένη .

 Δεν θέλαμε να πληγώσουμε την υπερηφάνεια μιας αρχόντισσας της νύχτας που περνάει πάνω από τις κορφές των δένδρων και δεν χρειάζεται τον δρόμο , ούτε την μοτοσυκλέτα, ούτε βενζίνα, , ούτε αντιανεμικό μπουφάν.

Και ενώ  ο φετινός Αύγουστος  μετρούσε  μια-μια τις στιγμές του  βρεθήκαμε χτές μπροστά στον Αϊ Γιώργη ,  στο φρούριο,  στην συναυλία της πανσελήνου.

Ο Ουρανός και η Γής είχαν  χωριστεί στα δύο.

Πάνω από τη θάλασσα γεννιούνταν τα βαριά σύννεφα του Σεπτέμβρη . Αστραπές  χαράζανε τον ορίζοντα  και  ο αέρας  σήκωνε την καλοκαιρινή σκόνη  και  μαζί με αυτήν έφερνε τους θυμωμένους  ήχους μιας γειτονικής ροκ συναυλίας και τους σκόρπιζε ανάμεσά μας .

Πάνω από την Γαρίτσα   αντιστεκόταν σθεναρά ο Αύγουστος .
Το φεγγάρι του  στεκόταν αγέρωχο και χαμογελαστό απέναντι στην φοβερή πρόκληση.

Στη μέση η Αλίκη Καγιαλόγλου   σαν ιέρεια ανάμεσα από τις κολόνες του ναού με τα χέρια απλωμένα  προσπαθούσε να εξευμενίσει τους θεούς και τα  στοιχεία της φύσεως .

Ώσπου , κάποια στιγμή ,  ο Σεπτέμβρης έκανε πίσω.

Σαν να παραδέχτηκε ότι  δικαιούται άλλες δέκα μέρες ο Αύγουστος.
  
Γέμισε η πλατεία του φρουρίου φως  και ησύχασε η φύση .

Συνεχίσαμε την βραδιά σαν να μην είχε συμβεί  τίποτα.


Τραγουδούσαμε  όλοι μαζί σαν μια τεράστια πανέμορφη και   ιντονάδα  χορωδία πως «…αν με πίστευες λιγάκι θάταν όλα αληθινά».

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Έγκλημα στο Βίδο


 Το Βίδο έχει αλλάξει πολύ από την προηγούμενη φορά που το επισκέφθηκα .

Λίγο η εθελοντική δουλειά των προσκόπων και των πιτσιρικάδων των δημοτικών κατασκηνώσεων , λίγο η μέριμνα του δημαρχείου έχουν  μετατρέψει το μικρό νησάκι  σε  έναν μικρό παράδεισο  σε λιγότερο από δύο μίλια από το λιμάνι της Κέρκυρας.

Στο μικρό του λιμανάκι απέναντι από την πόλη έχει  εστιατόριο και καφέ.
Στην μέση είναι οι κατασκηνώσεις  και  στην άλλη πλευρά του νησιού δυό μικρές και ωραίες παραλίες .

Οι πάντα λιγοστοί  επισκέπτες  γίνονται μια παρέα αμέσως μετά  την επιβίβαση τους στο καΐκι του (Αι) Ονούφρη  του χορωδού από τσου Λιαπάδες που έχει κάνει καντάδες «σε όλα τα μήκη και τα πλάτη Τσι Γής».

Με το που πατήσεις το ποδάρι σου στο λιμάνι αισθάνεσαι σαν η μικρή παρέα να απομονώνεται πλήρως από τον έξω κόσμο και τις ανησυχίες του.

Εξαφανίζονται οι θόρυβοι της πόλης και ξεκινάς ένας περίπατο ανάμεσα στα δέντρα για να βρεθείς στην παραλία της άλλης πλευράς.

Η Ζέστη πλέον αντέχεται. 
Βρίσκω και ένα πεσμένο καλάμι για να κατεβάσω κανένα σύκο από την τεράστια συκιά της παραλίας.

Τριγύρω μου μαζεύτηκαν αμέσως  και οι μόνιμοι κάτοικοι του νησιού. Πέρδικες , φασιανοί και κουνέλια.  
Περιμένουν με αγωνία να αποτύχει η προσπάθεια μου και να μου πέσει το σύκο κάτω. 
Ορμάνε ποιος θα το πρωτοπάρει.

Ξαφνικά μια οργισμένη φωνή ταράζει την γαλήνη του επίγειου παραδείσου μας.

«Όποιος  πούστης μου πήρε τις παντόφλες να τις φέρει πίσω γιατί άμα τόνε βρω  θα τόνε γα…σω!».

Ο Αλέκος ο γιγαντόσωμος και καλόκαρδος πυροσβέστης  της συντροφιάς έχει αγριέψει.

Δεν είναι μικρό πράμα να σου κλέψουν τις παντόφλες ακριβώς εκεί.

Αυτό σημαίνει ότι θα γυρίσεις πίσω ένα χιλιόμετρο χωματόδρομο με κοφτερές πέτρες ξυπόλητος.  
Όταν βγεις επιτέλους  στο λιμάνι θα πρέπει να διασχίσεις την πόλη ξυπόλητος υπό τα απορημένα βλέμματα των συμπολιτών σου . 
Τέλος θα πρέπει να δώσεις δέκα (τουλάχιστον ευρώ) για να αγοράσεις καινούργιες παντόφλες,  δεκαπέντε  μέρες πριν τελειώσει το καλοκαίρι.

Μου βγαίνει ο Ηρακλής Πουαρώ που πάντα κρυβόταν μέσα μου και αναλαμβάνω αμισθί την υπόθεση.

Ο Αλέκος φοράει σαράντα πέντε νούμερο.

Λογικά θα πρέπει να αποκλείσουμε τους προσκόπους και τα παιδιά της κατασκήνωσης εκτός από μια ομαδάρχισσα με μαύρο μαγιό  και  θεϊκό στήθος  που φοράει σαράντα τρία  και θα μπορούσε να «την έχει κάνει».

Οι Υπόνοιες πέφτουν και στην χοντρή , την Ευτυχία από το Καμπιέλο,  παρόλο που κατά την διάρκεια του εγκλήματος ήταν μέσα στο νερό.

Η παρέα των Γερμανών θα πρέπει μάλλον να αποκλείεται  γιατί  είναι υπερβολικά νομοταγείς για να κάνουν μια τέτοια  εγκληματική πράξη.

Ο Φύλακας με την καμιονέτα που κάνει περιπολίες δεν πλησίασε καθόλου την ακτή.

Η Νικολέτα είναι ξαπλωμένη στον ήλιο από την ώρα που ήρθε γιατί έχει ένα πρόβλημα με τη μέση της και ο γιατρός της σύστησε «μπάνια».

Οι υποψίες συγκεντρώνονται στα κουνέλια.

Οι Πρόσκοποι (που ξέρουν) είναι κατηγορηματικοί : «Τρώνε τα πάντα, ακόμα και φύκια».

Αποκλείω και αυτή την εκδοχή γιατί οι παντόφλες είχαν και μεταλλική αγκράφα, οπότε θα βρίσκαμε τις αγκράφες κάτω από τη συκιά που έχουν καταλύσει τα υπόλοιπα μέλη του ζωικού βασιλείου.

Μια φοβερή υποψία μπαίνει στο μυαλό του Αλέκου.

Σύμφωνα με αυτό το σενάριο:  Το κύμα παίρνει τις παντόφλες. Η Ευτυχία η χοντρή κρύβει τις παντόφλες με πέτρες στο βυθό για να τις πάρει όταν θα κοπάσει ο θόρυβος  και θα σταματήσουν οι έρευνες.

Στην επόμενη φάση βλέπω τον γιγαντόσωμο πυροσβέστη με  τα γυαλιά κολύμβησης ενός προσκόπου να ψάχνει στο βυθό.

Τίποτα!

Ο Ήλιος πέφτει.

Παίρνουμε το χωματόδρομο για το λιμανάκι.

Ακολουθεί ο Αλέκος κουτσαίνοντας και βλαστημώντας.

Δεν φτάνει που του πετσοκόψανε το μισθό και τα επιδόματα. Δεν φτάνει που κινδυνεύει να τον απολύουν κάθε χρόνο και να τον επαναπροσλαμβάνουν τον Αύγουστο με τα μαΐστρα, του κλέψανε και τις παντόφλες  την πιο ακατάλληλη στιγμή.

Φτάνουμε στο λιμανάκι του Βίδου  καθόμαστε και παραγγέλνουμε το ουζάκι μας.

Από το βάθος του δρόμου έρχεται η μικρή  καμιονέτα του δήμου που μαζεύει τα σκουπίδια.


Επάνω στην καρότσα  στέκεται όρθιος και ευθυτενής  ο Αλέκος  σαν τον Στρατηγό Ντε Γκώλ  στην παρέλαση της 14ης Ιουλίου κάτω από την αψίδα του Θριάμβου.

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Ο Τελευταίος των Πακιστανών



Ξεκίνησα το Σαββάτο το πρωί για ένα από τα σπάνια και δυσεύρετα μεροκάματα του μήνα.

Ουσιαστικά δεν ήταν μεροκάματο αλλά υποχρέωση προς κάποιον .
Είχα στην τσέπη μου είκοσι ευρώ.
 Στο πρώτο βενζινάδικο γίνανε δεκαπέντε.

Στου Τζάβρου, στα φανάρια , βλέπω  από μακριά έναν  σκουρόχρωμο αδύνατο και  μικρόσωμο άνδρα να περιδιαβαίνει ανάμεσα στα σταματημένα αυτοκίνητα και να καθαρίζει τζάμια.

Παραξενεύομαι. Είναι καιρός που έχω να δώ Πακιστανούς στα φανάρια. Οι περισσότεροι έχουν φύγει η τους έδιωξαν.

Όσο πλησιάζω τον αναγνωρίζω.

Ο  Αζιφ δούλευε παλιότερα σε ένα βενζινάδικο  στου Σγόμπου. 
Σταμάτησα να βάλω βενζίνα στο  παπί. Ερχόταν από την Κορακιάνα ένα φορτωμένο σύννεφο με βροχή και αστραπόβροντα .Αναγκάστηκα να περιμένω να περάσει.

Όταν ξεθάρρεψε μου είπε για το χωριό του και την οικογένεια του. 
Πίστευε ότι «αρκεί να έχεις όρεξη για δουλειά και θα τα καταφέρεις».
Τον χαιρετώ .  Με θυμάται και χαμογελάει. Μου καθαρίζει το τζάμι. Του δίνω ένα ευρώ και τον ρωτάω:  «Που είναι οι άλλοι;».
Μου απαντάει με μια φευγαλέα και θλιμμένη ματιά.

Ταράχτηκα.

Δεν ήταν η συνηθισμένη θλίψη που συναντάς  παντού.
Είχα την αίσθηση ότι αυτό ήταν η απόλυτη θλίψη κάποιου που έμεινε  μόνος από μια ολόκληρη  οικογένεια , η από μια ολόκληρη φυλή, η από ένα ολόκληρο γένος.

Δύσκολα μπορεί να κατανοήσει κανείς ένα τέτοιο συναίσθημα.

Κοίταζα τον  Αζίφ από το καθρεφτάκι μόνο  πάνω στην νησίδα και το ρολόι απέναντι έδειχνε «35 υπό σκιάν».

Έχω μείνει με δεκατέσσερα ευρώ.

Στο Μπαρμπάτι  βγάζω  φλας και μπαίνω στην «βίλα» που θα δουλέψω.

Για ενοικιαζόμενο σπίτι με μερικά ενοικιαζόμενα δωμάτια δίπλα επρόκειτο,   αλλά αφού ήθελε να λέγεται βίλα ας μην του το χαλάσουμε.
Ο Ιδιοκτήτης της «βίλας» κάνει  την καμαριέρα.
Εγώ πρέπει να αναστηλώσω ένα μισοπεσμένο  κιόσκι πάνω από μια «παραδοσιακή» πέτρινη βρύση δίπλα στην πισίνα.

Δεν φτάνει ο ήλιος που έχω από πάνω μου , με βομβαρδίζει η θερμοκρασία και οι πυρωμένες σπίθες της  ηλεκτροκόλλησης.

Ο Ιδρώτας  πλέον τρέχει από παντού.

Περνάει ο ιδιοκτήτης με κάτι διπλωμένα σεντόνια στο χέρι.

«Μπά! Έχουμε αναχωρήσεις;» ρωτάω ελαφρώς ειρωνικά.
«Τι βλέπω! Έχεις κάνει φοβερό μαύρισμα!» μου απαντάει στον ίδιο τόνο.
«Όλη μέρα στην πισίνα είναι να μην μαυρίσεις;» του απαντώ.

Φεύγω το μεσημέρι εξαντλημένος και μούσκεμα από την κορυφή μέχρι τα νύχια.
Μέχρι και το πορτοφόλι μου με την ταλαιπωρημένη μου ταυτότητα και τα λεφτά έχουν μουσκέψει.
Οδηγώ και σκέφτομαι ότι είναι ώρα να με πιάσει η «Υπηρεσία Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος».
Ο Ιδρώτας και τα εργαλεία αποτελούν ατράνταχτη απόδειξη ότι δούλευα σκληρά.
Θα με πάνε αυτόφωρο  και την άλλη μέρα θα οδηγηθώ ενώπιον ου δικαστηρίου.

«Κατηγορούμενε είναι αλήθεια ότι εργαζόσουν παρανόμως;»
«Μάλιστα κύριε πρόεδρε …αλλά χωρίς αμοιβή.»
«Πως μπορείς να στηρίξεις τον ισχυρισμό σου αυτόν κατηγορούμενε;»
«Λυπάμαι κύριε Πρόεδρε δεν δύναμαι.»
Το σφυρί πέφτει με δύναμη στην έδρα.
«Ένοχος!.... Το δικαστήριο επιβάλει στον κατηγορούμενο την εσχάτη των ποινών… Λύεται η συνεδρίασις».

Συνέρχομαι και κατεβάζω ταχύτητα κάθιδρος .

Ο Αζίφ είναι ακόμα στου Τζάβρου.

Πρέπει να είμαι και  εγώ ο τελευταίος εναπομείναντας.

Το βράδυ ανεβαίνω στο χωριό. Η Χορωδία μας έχει την ετήσια επίσημη συναυλία της στην  πλατεία.
Συναντάω πολλούς φίλους . Έχουν έρθει και μερικά παιδιά από την πόλη . Έφεραν  και τα όργανα για μετά.
Ο Φόντας και η Έλενα και ο Θοδωρής και η Αννούλα  και άλλοι μας τραγουδούν:

«Μια βελονιά, δυό βελονιές στην τρίτη αναρωτιέται:
«Αχ πως γιατσώνουν οι καρδιές και η αγάπη λησμονιέται»

Συνεχίζουμε αργότερα στον μπότζο.

Η Βασιλική με την μαγική κιθάρα της που θάθελε «..νάχαμε , λέει , δυό τσιγάρα και δύο για μετά..» και τότε «…θάταν ο κόσμος μαγικός , παράδεισος η πλάση…».
..και ο Αλέξανδρος που τραγουδάει και σωπαίνουμε  όλοι.
…και η Έλλη η Χωροπισκαδίτισα με το βιολί της και το γέλιο της .
… και η Μαρία με την φλογέρα.
..και η Κάτια καθισμένη στο σκαλί που τραγουδάει χαμογελαστή.

Έτσι βουλιάζαμε στην αγκαλιά της νύχτας.

Ξεθάρρεψαν και οι γεροντότεροι  ,  παραβίασαν το πρωτόκολλο του ύπνου  και ήρθαν ένας –ένας κάτω από τον μπότζο να ακούσουν.

Η Αρετή  ,  η Σοφία, ο Σπύρος , η Νίτσα , Η Κατερίνα  και ο «Νικολάκης» που κρυφάκουγε πίσω από το παράθυρο του.

Και  σκεφτόμουν:  

«Λάθος κύριοι! Δεν είμαι ο τελευταίος των Πακιστανών.»

Φαίνεται ότι σκεφτόμουν αρκετά  δυνατά γιατί ο Θοδωρής  γυρνάει και μου λέει σοβαρά:


Μην πίνεις άλλο …θα σε πειράξει.

Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013

Το Σκυλοπινάκι

Όσοι έρχονται στην Κέρκυρα θα πάνε στο Λιστόν.

Θα πάνε και στη Γλυφάδα για μπάνιο σε μια θάλασσα γεμάτη αντηλιακά,  κάτουρα και ηλιοκαμένους κώλους με κορδέλα ενδιάμεσα.

Κανείς δεν ξέρει το Σκυλοπινάκι και καλύτερα να μείνει για πάντα άγνωστο.

Κανείς δεν ξέρει ούτε  και γιατί το λένε έτσι.

Ακόμα και οι πολύ ψαγμένοι σηκώνουν τα χέρια.

Η Διαδρομή αρχίζει από την Μάκενα. Πρόκειται για έναν εγκαταλελειμμένο νερόμυλο δίπλα στο ποτάμι.

Τα παλιά χρόνια ο μυλωνάς είχε και πάπιες.

Ο Πατέρας μου, έδενε ένα πιρούνι σε ένα καλάμι ,καμάκωνε βατράχια και μου τα έψηνε στην άκρη στο ποτάμι.

Φοβερός μεζές.

Μού ψήνε και ποταμίσια χέλια και την μυθική ποταμίσια μαρίδα.

Τώρα η Μάκενα έκλεισε. Δεν άντεξε τον ανταγωνισμό του Βασιλόπουλου.

Το ψωμί πλέον είναι από κατεψυγμένο ζυμάρι αγνώστου ταυτότητος και το ψήνουν στα σούπερ μάρκετ σε φούρνους μικροκυμάτων ενώ οι καταναλωτές σιχαίνονται τα βατραχοπόδαρα.

Λίγο πάρα κάτω από την Μάκενα αφήνω τον δήθεν ασφαλτοστρωμένο δρόμο και παίρνω τον κανονικό χωματόδρομο του Σκυλοπινακίου.

Αν συνεχίσω όλο ευθεία για δύο ώρες θα φτάσω στο ορεινό Σωκράκι.

Στο επόμενο γεφύρι δεν ξεχνάω να πάρω το ραβδί μου. Το έχω κρύψει πίσω από μια συκιά μη μου το πάρει κανένας χωριάτης.

Όλοι νομίζουν ότι το ραβδί είναι μόνο για να σε στηρίζει στο περπάτημα.
Γιαυτό και ο Βασιλόπουλος (κόλλησα με τον Βασιλόπουλο) πουλάει κάτι μεταλλικά πτυσσόμενα ραβδιά Ολλανδών περιπατητών, πολύχρωμα και με λουράκι.

Το μπαστούνι κάνει και πολλές άλλες δουλειές.

Διώχνεις τις οχιές από το πέρασμά σου.
Στηρίζεσαι.
Το κατεβάζεις στο κεφάλι κανενός σκύλου που θα σου επιτεθεί και το κυριότερο , με την γυριστή του άκρη κατεβάζεις κανένα κλαρί και τρως και κανένα σύκο.

Αν το μπαστούνι είναι ίσιο στην άκρη μένεις  να κοιτάς τα σύκα από κάτω σαν να σου άνοιξε η μύτη.

Συναντάω μια χωριάτισσα ηλικιωμένη στεγνή και αδύνατη σα στακοφίσι.
Με πλησιάζει γελώντας.
_ «Σαν τον Μωυσή είσαι μ’ αυτό το παλούκι.»
Γελάω .
Τι συνειρμός! Ακούς εκεί «Σαν τον Μωυσή!» ..και τι ηγέτης αυτός ο Μωυσής! Έσερνε τους Εβραίους σαράντα χρόνια στην έρημο για να του εγκαταστήσει τελικά στο μοναδικό σημείο που δεν είχε πετρέλαιο.

Συνεχίζω την πορεία μου. Σε κάποιο σημείο θα βγω από το δρόμο για λίγο. Έχω εντοπίσει μια αόρατη μανταρινιά που βγάζει κάτι πλακέ καλοκαιρινά μανταρίνια. Θα κόψω κάνα δύο. Δεν τρώγονται το κατακαλόκαιρο. Είναι σαν να τρως καρπούζι τα Χριστούγεννα.

Συνεχίζω με σύκα και λίγες ρόγες σταφύλι που έχουν σχεδόν ωριμάσει.

Σε λίγες μέρες θα περισσεύουν όλα.

«Ωραίος που είναι ο Τρύγος μας με κόκκινο σταφύλι
  Που έχει το χαμόγελο και το γλυκό στα χείλι»

Ένας σκαντζόχοιρος παλεύει να περάσει απέναντι προς το ποτάμι.

Σταματάω και περιμένω.

Έχει προτεραιότητα.

Επάνω σε κείνα τα υψώματα είχανε, λέει,  μια βίγλα οι Βυζαντινοί και πριν την καταστρέψουν τα πειρατικά ρίξανε οι φρουροί τις καμπάνες της εκκλησιάς και τα χρυσάφια σε μια βαθιά τρύπα στο βουνό. Έκτοτε όταν ρίξεις μια πέτρα στην τρύπα μετά από ώρα ακούς, λένε,  από τα έγκατα της Γής τον ήχο της καμπάνας.

Όσο προχωράω αλλάζει το τοπίο. Λιγοστεύουν οι ελαιώνες και περισσεύουν οι τεράστιες βαλανιδιές.
Λένε ότι αυτά τα άγρια δένδρα κυριαρχούσαν πριν την δενδροφύτευση του νησιού με ελιές.

Συναντάω μια συκιά με τεράστια γινωμένα σύκα.

Είναι ψηλά.

Δεν φτάνει ούτε το ραβδί.

Ακολουθώ πιο περίπλοκες και παραδοσιακές μεθόδους.

Κόβω με το σουγιά μου ένα καλάμι. Το χαράζω σταυρωτά. Βάζω μέσα ένα χαλίκι να μείνει ανοιχτό. Το σηκώνω ψηλά πιάνω το σύκο. Γυρνάω απαλά το καλάμι, το κόβω και το κατεβάζω.

Να μην ξεχάσω το άλλο Σάββατο το βράδυ να ανηφορίσω στο Σωκράκι ξανά.

Έχει συναυλία στην πλατεία το Κόρο του Βαλανειού.

Μυσταγωγία.