Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

357 ΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΓΕΡΑΣΙΜΟ ΔΗΜΟΥΛΑ



Γνώρισα τον Μάκη στα γραφεία των οπαδών  της ΑΕΚ  Κέρκυρας.
Οι “Original” έχουν την λέσχη τους στη Σπηλιά και ανέλαβα να τους φτιάξω μια σιδερένια πόρτα προκειμένου να προστατευθούν από πιθανές επιθέσεις οπαδών άλλων ομάδων.
Ο Μάκης  είναι γύρω στα τριανταπέντε άντε σαράντα το  πολύ.
Δουλεύει ως υπάλληλος στον Δήμο Κερκυραίων.
 Άνθρωπος χαμηλών τόνων που περνάει απαρατήρητος.
Κουβέντα στην κουβέντα  μου είπε ότι φτιάχνει ένα βιβλίο για τα τοπωνύμια της Κέρκυρας. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση που ένας φαινομενικά συνηθισμένος άνθρωπος  ενδιαφέρθηκε για να κάνει μια τόσο σοβαρή και  δύσκολη εργασία.
Στην αρχή υπέθεσα ότι θα πρόκειται για μια ερασιτεχνική ασχολία ενός υπαλλήλου που θέλει να περάσει τον ελεύθερο χρόνο του κάνοντας κάτι.
Δώσαμε ραντεβού στην πλατεία και μου ήρθε στο Ευρώπη με μια στίβα χαρτιά.
Έμεινα με ανοιχτό το στόμα.
Επρόκειτο για μια επιστημονική εργασία σοβαρού επιπέδου.
Δεν επρόκειτο για μια απλή  καταγραφή των ονομάτων των χωριών των συνοικιών η των οικισμών.
Είχε ασχοληθεί με την προέλευση της ονομασίας και της κάθε μικρής τοποθεσίας του νησιού μας και είχε αναζητήσει την προέλευση της.
-«Πόσο καιρό το δουλεύεις?» τον ρωτάω.
-«Εδώ και δεκαπέντε χρόνια» μου απαντά. «Έχω γυρίσει όλη την Κέρκυρα βήμα- βήμα για να τα γράψω αυτά που βλέπεις» .
-«Σε βοήθησε κανείς?»
-«Όχι ποιος να με βοηθήσει?»
-«Σκοπεύεις να το εκδώσεις? Έχεις λεφτά?».
-«Θα μαζέψω»  μου λέει.
Το βιβλίο του Γεράσιμου Δημουλά , ύστερα από πολλές περιπέτειες βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία. Έχει τίτλο «Κέρκυρα: Από  όπου χαράζει  έως όπου βυθά».
Δεν κάνω διαφήμιση.
Το βιβλίο αυτό θα είναι θαύμα αν ο εκδότης βγάλει τα έξοδά του.
Μιλάω για την δύναμη που έχουμε μέσα μας .
Η Κόρη μου αγόρασε το βιβλίο.
Ο Μάκης άφησε μια κληρονομιά στα παιδιά μας και στις επόμενες γενεές.
Αύριο θα πάει ξανά στη δουλειά του και γυρνώντας θα περάσει από το  φούρνο να πάρει ψωμί.
Η Υπάλληλος του φούρνου θα κοιτάει απέναντι στην τηλεόραση τους  φωνασκούντες .
Πιθανόν να μην ρίξει ούτε μια ματιά στον κύριο Γεράσιμο Δημουλά.
Έτσι γινόταν πάντα.

ΜΟΝΟΣ ΣΤΗΝ ΛΕΩΦΟΡΟ ΜΠΑΙΠΑΣ


Τον είχα γνωρίσει το ’85. Ήταν ένας επιτυχημένος έμπορος αυτοκινήτων της Κέρκυρας.
Τον θυμάμαι να έχει απλώσει την αρίδα του στην  λίμνη  Χαλικούνα και  να τρώει παϊδάκια την καθαρή Δευτέρα.
Πέταγε τα κόκκαλα όσο μακρύτερα μπορούσε για να μην μαζευτούνε κεντρίνες.
Στο πέτο του ήταν κρεμασμένη μια χοντρή χρυσή καδένα με σταυρό.
 Έριχνε χριστοπαναγίες και φούσκους στα παιδιά του  με το παραμικρό.
Η Γυναίκα του δίπλα έπαιρνε το μέρος του.
Παρατήρησα ότι το βλέμμα του δεν εστίασε ούτε μια φορά στις γύρω παρέες .
 Σαν να μην υπήρχαν.
Έφυγε και άφησε καμιά δεκαριά σακούλες στη μέση της παραλίας.
Εκείνο τον καιρό οι δουλειές του πήγαιναν καλά.
Είχε προσλάβει στην έκθεση μια κοπέλα  απόφοιτη πανεπιστημίου και με τρείς ξένες γλώσσες .
Ο ίδιος ήταν αγράμματος, ,  «γαμιάς» , γλύφτης  της εξουσίας  και παρατρεχάμενος  όποιου κόμματος φαινόταν να παίρνει τις εκλογές.
Πίσω από το πολυτελές γραφείο του είχε ύφος «Είμαι επιτυχημένος  αλλά παραμένω παιδί της πιάτσας».
Σε μια προεκλογική εκστρατεία που μυρίστηκε ότι θα βγει το ΠΑΣΟΚ έγινε αυτομάτως πασόκος και βγήκε και περιπολία την νύχτα με τα λυκόσκυλα του για να  προστατέψει τις αφίσες του κόμματος .
Τον  είδα τις προάλλες  στην «λεωφόρο Μπαιπάς» ( η παραλιακή της Γαρίτσας για όσους δεν ξέρουν) .
Τον αναγνώρισα μετά βίας .
 Είχε μείνει ο μισός από την δίαιτα.
Περπατούσε μόνος και με τον χαρακτηριστικό τρόπο που περπατούν οι  «διπλομπαϊπάς» .
Οι δουλειές του πάνε κατά διαόλου.
Η Χαμηλοβλεπούσα  και πάντα συμφωνούσα  σύζυγος εμπόρου αυτοκινήτων, τόνε παράτησε και έχει φύγει από την Κέρκυρα.
Τα χαστουκισθέντα και καθυβρισθέντα τέκνα του  έχουν φύγει και αυτά. Το ένα το μεγαλύτερο είναι κάπου στην Αγγλία, μου είπαν.
Μένει μόνος σε  ένα δυάρι στο «τένις» .
 Tου έμεινε από την εποχή της «Μεγάλης Μάσας».
(Στην Γαρίτσα έμαθα από έναν σοφό Γέροντα να ξεχωρίζω το απλό , το διπλό και το τριπλό Μπαιπάς.
Το «απλό» περπατάει γρήγορα με ανήσυχο βλέμμα,  σαν κάτι να έχει ξεχάσει στο αυτοκίνητο και γυρνάει να το πάρει.
Το «Διπλό» περπατάει με  γρήγορο βήμα , σοβαρό ύφος , ανοιχτός  διασκελισμός  και τα χέρια να κουνιούνται μπρός πίσω  σαν  στρατιώτης Βορειοκορεάτης σε παρέλαση.
Το «τριπλό» μοιάζει με αγώνα  δέκα χιλιόμετρα βάδην.) 

ΥΨΟΣ



Είχα δει μια παλιά  προπολεμική φωτογραφία του Ύψου.
Ο  Καρόδρομος ήταν  πιο μέσα από τη θάλασσα.
Mπορούσες  να κάνεις μπάνιο ολόγυμνος και μετά να ξαπλώσεις στον ίσκιο των δένδρων , να  ανοίξεις τους αχινούς σου, να βάλεις το λαδολέμονο και να βουτήξεις την μπουκιά σου. Να αποκοιμηθείς στην άκρη στη θάλασσα και να ξυπνήσεις όταν χορτάσεις τον ύπνο.
Το 1980 ήρθα στην Κέρκυρα διακοπές. Κάναμε μπάνιο στο Μπαρμπάτι και γυρίσαμε στον Ύψο για φαγητό αργά το απόγευμα.
Ο δρόμος ήταν από νωρίς κόλαση. Κινδύνευες να σούρθει καμιά άδεια  μποτίλια στο κεφάλι.
Το καρακιτσαριό ήταν ήδη ανυπόφορο. Αν σε αυτό προσθέσεις την απευθείας εκκένωση των βόθρων στη θάλασσα , το χτίσιμο ξενοδοχείων  απάνω στο κύμα και με την τοποθέτηση κλιματιστικών σε κτήρια μνημεία ,    είχες  μπροστά σου ένα πράμα που ονομαζόταν «τουριστική ανάπτυξη του τόπου».
Η σύντροφός μου  (που είχε κομπόδεμα) μου πρότεινε να φάμε σε μια ψαροταβέρνα που υπάρχει ακόμα με άλλο όνομα . Τα λεφτά μου δεν έφταναν ούτε για να  γυρίσουμε στην Αθήνα. Είχα πληρωθεί  βδομαδιάτικο, άδεια και επίδομα πενήντα χιλιάδες δραχμές.
 Τότε δεν είχαν τιμοκατάλογο έξω από τα  εστιατόρια, για την ακρίβεια ,  δεν υπήρχαν τιμές .
Σε κόβανε με το μάτι.
Ακόμα περισσότερο δεν σε σερβίρανε αν ήσουν Έλληνας .
  Ήταν αδιανόητο να μπεις και να παραγγείλεις «μια πατάτες , μια σαλάτα και μισό κιλό κρασί».  Θα βρίσκανε τρόπο να σε διώξουν.
Τα  πέρνανε χοντρά από τους εγγλέζους.
Τον Οκτώβρη φεύγανε μαζί τους και ο Ύψος  ερήμωνε.
 Θα ξαναρχόταν την Άνοιξη για τις ετοιμασίες του επόμενου καλοκαιριού.
Μπήκαμε και παραγγέλνει η  φίλη μου Λαυράκια, σαλάτες , τυριά , ακριβά εμφιαλωμένα κρασιά κλπ.
Περιμέναμε και περιμέναμε να μας σερβίρουν ώσπου ήρθε κάποιος «σεφ» και μας είπε : «Το φαγητό σας  στοιχίζει τριάντα χιλιάδες δραχμές συνολικά».
Τριάντα χιλιάδες τότε ήταν ο βασικός μηνιαίος μισθός.
«..Και ποιος σε ρώτησε ρε καραγκιόζη?»  του απάντησε η τσαμπουκαλεμένη και φραγκάτη  συνοδός μου.
Αργότερα , όσο έπεφτε η δουλεία και  κυρίως μετά την ένταξη της Ελλάδος στη ζώνη του Ευρώ , τόσο  και το καρακιτσαριό γινόταν πλέον απερίγραπτο.
Ο ένας «Καραγκιόζης» για να γίνει ποιο ελκυστικός από τον διπλανό «καραγκιόζη»  έστηνε κολόνες ,τέντες , φοίνικες , ξένες σημαίες ,  γύψινα λιοντάρια και ότι μπορεί να φαντασθεί ο νους του ανθρώπου.
Περάσανε τα χρόνια , αλλάξανε οι καιροί και χτές το απόγευμα που γύριζα από την Παλιοκαστρίτσα είπα να σταματήσω κοντά στου Τζάβρου σε ένα ζαχαροπλαστείο να φάω ένα παγωτό που το πιθύμησα.
Πίσω μου καθόταν μια παρέα  από τον Ύψο. Συζητούσαν για την «γιορτή της Σαρδέλας» που ετοιμάζουν.
Κρατήθηκα να μην βάλω τα γέλια και γύρισα να ρωτήσω.
-«Γιορτή της Σαρδέλας στον Ύψο !? Καλά εσείς δεν έχετε ψαράδες από πού θα τη φέρετε τη σαρδέλα? Από τον Πετριτή?».
-«Τι να κάνεις ρε φίλε? Μήπως βγει κανένα ψιλό να βγάλουμε το χειμώνα.»
-«Γιατί δεν ψένετε  αρνιά» ερωτώ αφελώς.
-« Έχει δίκιο ρε παιδιά!..» λέει ο ένας  «..θα το λέμε «Γιορτή της Σαρδέλας» αλλά θα ψένουμε αρνιά …ποιο πολλά θα βγάλουμε …και αν μας ρωτήσει κανένας  θα πούμε ότι, οι σαρδέλες στον Ύψο , είναι μεγάλες σαν αρνιά.
Ένα παλιό  σοφό ρητό έλεγε  πως «Από τον  Ύψο στο Πυργί είναι ένα μονοπάτι …καιταλοιπά  καιταλοιπά.
 Μας ακούει και ο κόσμος  θέ μου συχώραμε !

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

ΤΑ ΓΟΝΑΤΑ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ



Τα γόνατα της Αρετής απέχουν σχεδόν δέκα εκατοστά από τα δικά μου.

Είναι καλοσχηματισμένα , κομψά και ομοιόμορφα ηλιοκαμένα  από τον ήλιο της Αχαράβης.

Θεωρώ ότι η συγκεκριμένη απόσταση είναι ιδανική.

Βλέπω την Αρετή κάθε Αύγουστο  τα σαββατόβραδα στο χωριό.

Θεωρώ ότι και αυτή η απόσταση είναι ιδανική.

Μου μιλάει μάλλον έντονα και ανήσυχα για  την δουλειά της στην Γαλλία. Μου λέει για την μαύρη εργασία, τους μισθούς και τις συνθήκες ζωής των εργαζομένων. Δουλεύει μαζί με τον άντρα της  τον  Λιονέλ  σε μια υπηρεσία ανάλογη με την δική μας επιθεώρηση εργασίας.

Τα ξέρω όλα αυτά αλλά την αφήνω να μου τα διηγηθεί. Με μαγεύει  η γαλλική της  προφορά της ανακατεμένη με κερκυραϊκές λέξεις.

Η Αρετή είναι δεύτερης γενιάς Ελληνίδα μετανάστρια στην  Γαλλία. Έχει ιδιοσυγκρασία βέρας Κερκυραίας  είναι όμως μεγαλωμένη σε  έναν άλλο κόσμο.

Της  λέω για τις πολλές Αρετές και τους πολλούς  Ερωτόκριτους της Κέρκυρας . 

Για το προσφυγικό ταξίδι του ποιήματος του Βιτσέντζο Κορνάρο  στα Επτάνησα. 

Για την πρώτη Επτανησιακή μελοποίηση του και για την εκδήλωση που ετοιμάζουμε το χειμώνα με τους Κρητικούς για το ποίημα και την Ιστορική σχέση μας.

Δεν θέλω απόψε μια συζήτηση για ένσημα ,για βιαστικά τρένα , για διαλλείματα εργασίας,   για μισθούς    και για βαρετές εξόδους τα σαββατοκύριακα σε Γαλλικά εστιατόρια.

Παίρνω την κουβέντα αλλού.

Της μιλάω για  ποιήματα άλλων εποχών  όπου:

«Τόσα αφεντόπουλα ήταν εκεί στη μέση
Και μόνον ο Ρωτόκριτος  τσι  Αρετής αρέσει».

Μένει άφωνη που το όνομά της δεν είναι απλώς ένα τυχαίο όνομα

Μαρέσει απόψε το βράδυ.

Μ αρέσουν τα γόνατα  της Αρετής.

Μ αρέσει ο χορός των εντόμων γύρω από την λάμπα του δημοτικού φωτισμού.

Μ αρέσει και η ξεθωριασμένη  κόκκινη  κορδέλα που αλησμόνησε ο Ήλιος πάνω από την Ερείκουσα.

Τώρα η Αρετή θα είναι στο δρόμο.

Τα γόνατά της θα απέχουν μόλις δέκα εκατοστά από το ντουλαπάκι  του αυτοκινήτου.

Τα παιδιά θα κοιμούνται στο πίσω κάθισμα.

Ο Λιονέλ θα  μετράει τα λεφτά για να πληρώσει τα διόδια της Τσιταβέκια  έξω από την Αγκόνα.

Η Ιδανική απόσταση πρέπει να διατηρηθεί.

 Οι  παλαιοί κινέζοι  είχαν τους πίνακες ζωγραφικής τυλιγμένους σε μικρά ρολά και τους έβγαζαν  πότε –πότε.  

 Για να μην φθείρονται.

ΜΕΘΟΔΕΥΣΕΙΣ



 Μηχανεύομαι  από τώρα τρόπους για να μπω τζάμπα  στο φρούριο την άλλη Παρασκευή.
Δεν αποκαλύπτω τις μεθοδεύσεις μου δη ευνόητους λόγους.
Ως γνωστόν την άλλη  Παρασκευή έχουμε την κρατική Ορχήστρα Αθηνών στο φρούριο με ένα Γκαλά  Όπερας  στο πρώτο μέρος  (Γάμοι του Φίγκαρο, Μαγικός αυλός , Βασιλιάς Μιθριδάτης, Δον Τζιοβάνι, Κουρέα της Σεβίλλης ) και στο δεύτερο μέρος  τα Κάρμινα Μπουράνα.
Δεν είμαι υπέρ του τσάμπα αλλά δεν έχω λεφτά.
Δεν έχω που δεν έχω λεφτά να βγάλω εισιτήριο, η  κρατική ορχήστρα  θα έρθει που θα έρθει , γιατί να μην την απολαύσω?
Γιατί να κρατάνε την πρώτη θέση του Δημάρχου,  τσάμπα , που δεν έρχεται γιατί είναι αλλοδαπός  και δεν του αρέσουν αυτά τα πράγματα?
Ερωτώ.
Έχω μπει άπειρες φορές ως τζαμπατζής (όχι συνειδητός αλλά από ανάγκη επαναλαμβάνω).
Μια φορά μπήκα στο Θέατρο  ως ηλεκτρολόγος. Κατέβηκα στο υπόγειο, πήρα μια σκάλα και μια μπαλαντέζα που βρήκα και  μπήκα στην αίθουσα,   ανέβηκα στην σκηνή πήγα στα παρασκήνια , άφησα τη σκάλα και την μπαλαντέζα και γύρισα στην αίθουσα σαν κύριος.
Μια άλλη φορά  μπήκα ως «υπεύθυνος για θέματα πολιτισμού της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων»  Με βάλανε σε Θεωρείο και ήπια και ένα καμπάρι με χρέωση στην Περιφέρεια.
Στο Μον Ρεπό (Θέατρο Ρένα Βλαχοπούλου, Επτά επί Θήβας) μπήκα πηδώντας τον μαντρότοιχο . Για καλή μου τύχη από κάτω ήταν μια ωρομίσθια δασκάλα της μουσικής από την Ευρυτανία και έπεσα επάνω της. Είχε πρωτοπηδήξει  τον μαντρότοιχο αλλά άνοιξε η τσάντα της και έψαχνε να βρει τα πράματα της μέσα στα χόρτα.
Μπήκαμε στο Θέατρο γιομάτοι αδραχτηλιόνους (ξερά χόρτα που άμα σου κολλήσουν στα ρούχα δεν βγαίνουν άλλο).
Η γνωριμία μας δεν συνεχίσθηκε διότι ακόμα και οι δασκάλες μουσικής στην μακρινή Ευρυτανία είναι ιδιαίτερα συγκρατημένες .
Στο φοίνικα  ( Στρατηγός Μακρυγιάννης) είχα μπει ντυμένος με παραδοσιακή φορεσιά.
Είχαμε βάλει στοίχημα τα ποτά ότι θα καταφέρω να μπω. Είχε μόνο μια ελεγχόμενη είσοδο.
Πήγα από δίπλα στις αποθήκες αλλά και η πόρτα που οδηγούσε στα παρασκήνια ήταν κλειστή. Βρήκα μια κρεμάστρα με ρούχα θεάτρου και διάλεξα ένα γιλέκο παραδοσιακό κεντητό. Το φόρεσα ξεκούμπωτο (και καλά ετοιμάζομαι) και περνάω βιαστικός μπροστά από τον πιτσιρικά που έλεγχε τα εισιτήρια
-«Πέρασε η Ζωή ?»  ρωτάω βιαστικά.
-«Δεν την είδα» μου απαντά για να μην πιαστεί αδιάβαστος.
Ο Πρώτος από τους φίλους που με είδε στο φουαγιέ  να μπαίνω με το γιλέκο έπινε καφέ εκείνη τη στιγμή και του βγήκε από την μύτη.
Ήπια το καμπάρι μου και μου χρεωστάγανε κιόλας.

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΟΝΤΟ



Όλοι κάτι περιμένουμε.
Άλλος περιμένει το λεωφορείο.
Άλλος περιμένει το διαζύγιο.
Άλλος περιμένει  να πληρωθεί.
Ο Μάρτυρας του Ιεχωβά που με επισκέπτεται κάθε Σάββατο περιμένει εναγωνίως την συντέλεια του κόσμου.

Εγώ περιμένω πρωί τον Κοντό να μου φέρει  κάτι σίδερα.

Ο Παντελής Κοντός είναι συνάδελφος  σιδηρουργός και ένας από τους σπουδαιότερους βαρύτονους της όπερας.

Θυμάμαι έκανε τον Οροβέζο, τον πατέρα της «Νόρμα» (του Vincenzo Bellini) στο δημοτικό θέατρο.

Τον είχανε ντύσει Γαλάτη αρχηγό  που βρισκόταν σε πόλεμο με τους Ρωμαίους .

 Πάνω , λοιπόν, που είχε πείσει τους φορολογούμενους Γαλάτες για την αναγκαιότητα του πολέμου και τους  στρατιώτες να δώσουν και την τελευταία ρανίδα του αίματός τους για την πατρίδα, μαθαίνει ότι η Νόρμα ,η κόρη του,  είναι ερωτευμένη με τον Ρωμαίο ανθύπατο Πολιόνε.

Κόντεψε να τούρθει συμφόρηση.

«Ακούς εκεί με το χλεχλέ τον Πολιόνε!» μονολογούσε.
-«Τον αγαπώ Πατέρα!» του είπε.
-«Μα τον Πολιόνε!?....δεν γινότανε να αγαπήσεις τον Οβελίξ?»
-«Ο Οβελίξ είναι χοντρός Πατέρα»  απάντησε η Νόρμα
-«Ε όχι  και  χοντρός! …λίγο ευτραφής.. ίσως» της είπε ο  Κοντός.

……………………………………………………………..

Επιτέλους βλέπω το φορτηγάκι του νάρχεται κατά το μεσημέρι.

Έχει κέφια.

Φρενάρει μπροστά μου , βγαίνει από την θέση του οδηγού ανεβαίνει στην καρότσα, παίρνει ένα κομμάτι σίδερο και χτυπάει την καρότσα σε χρόνο ½ , αρχίζει να τραγουδάει το γνωστό χορωδιακό κομμάτι από τον  Trovatore   του  coro dei Zingari.

Προσπαθώ από κάτω να κάνω δεύτερη φωνή.

«Chi del Gitaano I giorni abbeeeella?....la zingarellaaaa » (Τι είναι αυτό που ομορφαίνει την ζωή των τσιγγάνων?... Το τσιγγάνικο τραγούδι.)

Πίσω έχουν αρχίσει να μαζεύονται αυτοκίνητα με ανυπόμονους οδηγούς.

Βγάζει ο πρώτος το κεφάλι του από το παράθυρο και φωνάζει:

-«Τι θα γίνει ρε παιδιά μεσημεριάτικα ? Θα τραγουδήσετε όλη την όπερα?».

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Η ΞΥΠΟΛΗΤΗ ΧΟΡΩΔΙΑ



Οι Κυπριανάδες είναι ένα μικρό χωριό  δίπλα στο δικό μας  που , για κάποιο ανεξήγητο λόγο όλοι οι κάτοικοι του χωριού είναι  γιατροί  η δικηγόροι.

Ο χειρότερος είναι φυσικοθεραπευτής.

 Η πλατειούλα του χωριού  με τους πάγκους σου δίνει την αίσθηση αίθουσας αναμονής  εξωτερικών ιατρείων.

Σε αυτό, λοιπόν το χωριό ζει μοναχός του τα τελευταία χρόνια ο μοναδικός βιολιστής του χωριού.
Από τότε που πέθανε η γυναίκα του οχυρώθηκε στο σπίτι  του σαν τον Σαμουήλ στο Κούγκι , περικυκλωμένος από αδίστακτους επιστήμονες .

Αντιθέτως στο χωριό μας ο καλύτερος (και μοναδικός) μαθητής  τελείωσε την έκτη δημοτικού με πεντέμιση,   με «διαγωγή κοσμία» και η τελετή αποφοίτησης του ήταν ισάξια του πανηγυριού του  «Θωμά».

 Δεν χρειάζεται , φαντάζομαι , να υπογραμμίσω ότι ο δάσκαλος ήταν Κυπριαναδίτης.

Το χωριό μας για κάποιο επίσης ανεξήγητο λόγο  βγάζει μόνο  μουσικούς. Όλοι  μικροί μεγάλοι τραγουδάνε  η ασχολούνται με την μουσική.

Επειδή όμως η ενασχόληση με την μουσική δεν είναι προσοδοφόρο επάγγελμα ,  θεωρούμεθα συλλήβδην ανεπρόκοποι , γλεντζέδες  και τεμπέληδες.

Αν επικρατήσουν πλήρως οι  νέες αξίες της εποχής μας  τότε , ίσως , δεν είναι μακριά η μέρα που , με εντολή του Μιχαλολιάκου θα οδηγηθούν στα κρεματόρια οι βιολιστές.

Από αίσθημα αλληλεγγύης ,λοιπόν,  προς τον πολιορκημένο συνάδελφο , ο δάσκαλος της χορωδίας μας , Ο Αλέκος ο Μέγας , μας έβαλε την ιδέα να πάμε ένα  σαββατόβραδο να του κάνουμε καντάδα το αγαπημένο του τραγούδι.

Μας έπεισε , δε, να πάμε με τα πόδια στο διπλανό χωριό και ξυπόλητοι.

Ο ίδιος είναι συνέχεια ξυπόλητος γιατί πιστεύει ότι η άμεση επαφή με την μητέρα Γή  αποφορτίζει τον οργανισμό από την συσσωρευμένη ενέργεια , πράγμα απολύτως απαραίτητο για μουσικούς του δικού μας επιπέδου.

Έτσι κινήσαμε μετά τις δύο τα μεσάνυχτα ξυπόλητοι μέσα στα σκοτάδια.

Κουτσά στραβά φτάσαμε, κάναμε την καντάδα μας , συγκινήθηκε  και βιολιστής , μας κέρασε , του κάναμε και παρέα λίγη ώρα, αναπτερώθηκε και το ηθικό του και ξεκινήσαμε να γυρίσουμε πίσω , τρείς ώρες πριν να φέξει.

Το να πάς στους Κυπριανάδες ξυπόλητος  μια κουβέντα είναι.

Το γυρίσεις τον ανήφορο όμως είναι περισσότερες από μία κουβέντες .

Ο Αλέκος το διασκέδαζε διότι  οι πατούσες του είναι σα σόλες.

Η  χορωδία όμως αποδεκατίστηκε μέχρι να φτάσουμε επάνω . Ο ένας ήταν εδώ και ο άλλος ερχόταν εκατό μέτρα πιο πίσω  κουτσαίνοντας.

 Άκουγες μέσα στα σκοτάδια , από την παρακάτω στροφή  του δρόμου , χριστοπαναγίες ενάντια στον Αλέκο και τις θεωρίες του.

Φτάσαμε στο χωριό σαν εξαντλημένοι μαραθωνοδρόμοι κατά τις τέσσερις το πρωί  ένας -ένας.

Είπαμε να κάνουμε και τελετή απονομής μεταλλίων στο Φόρο  αλλά δεν είχε κανένας κουράγιο να περιμένει .

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

ΡΑΦΑΛΑΔΕΣ



Κάνει πολύ ζέστη και περνάω με την μηχανή απόγευμα από τους Μαλακιούς*.

Στο δρόμο του χωριού συναντάω μια γερόντισσα καθισμένη σε μια πλαστική καρέκλα στην άκρη του δρόμου, στον ίσκιο μιας  καρυδιάς.

Το σκέφτομαι και σταματάω.

-«Νόννα* , ξέρεις που είναι οι Ραφαλάδες?» ερωτώ.

-«Είναι πιο πάνω παιδί μου..περνάς τον Αγρό και θα βρεις ένα μικρό δρόμο που σε πάει εκεί».

-Υπήρχε παλιά κανένα μονοπάτι που μπορούσε να πάει κανείς κατευθείαν από δώ τσου Ραφαλάδες?» Ερωτώ ξανά.

- «Ήταν ένα στρατί αλλά τώρα είναι κλειστό από τσι βατσουνιές…» μου λέει η συμπαθέστατη γερόντισσα …..και συνεχίζει  «..αλλά τι να πάς να κάνεις εκεί …πέντε σπίτια είναι και δεν ηξέρω αν μένει κανείς».

-«Έχουμε στο χωριό μας ένα τραγούδι που λέει για τσου Ραφαλάδες και ήθελα να ξέρω» συνεχίζω.

-« Τραγούδι για τσου Ραφαλάδες!? …και τι λέει?.»

-«Λέει…
«Απόπερα τσου Μαλακιούς σιμά τσου Ραφαλάδες
Οπού ναι μια μελαχρινή γιομάτη νοστιμάδες

Το λυγερό τσι το κορμί πόσες καρδιές ραΐζει
Χορεύει λεβαντίνικο* και απ όλες  ξεχωρίζει

Με ζύγωσε χορεύοντες  και μούδωκε το χέρι
Αγιούτο* Παντοκράτορα να τηνε κάμω ταίρι.


Με κοίταγε και τα μάτια της είχανε βουρκώσει και  λάμπανε .

-«… και τώρα …. πάς να  τηνε   βρεις?»

Ξαφνιάστηκα ….κατάλαβα και συνέχισα εντελώς φυσικά.

-«Θα πάω  όταν νυχτώσει.»

-«Πρόσεχε παιδί μου γιατί είναι άγριοι αυτοί ….μη σε σκοτώσουνε».

Έβαλα μπροστά και έφυγα με έναν κόμπο στο λαιμό.



*Μαλακιοί = Χωριό της βόρειας Κέρκυρας που σήμερα ονομάζεται Δροσάτο.

*Νόννα (Nonna) = Γιαγιά

*Λεβαντίνικος χορός =  Ανατολίτικος χορός . Έτσι έλεγαν παλιά τους  παραδοσιακούς χορούς των Ενετών επειδή οι υπόλοιποι Ιταλοί έλεγαν τους Ενετούς Λεβαντίνους.

*Αγιούτο (Aiuto)  = Βοήθεια.

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

ΚΑΤΩ ΣΤΟΝ ΑΙ ΓΙΩΡΓΗ



Δεν τελειώσαμε ακόμα.
Οι καύσωνες συνεχίζονται.
Πριν την Παλιοκαστρίτσα στρίβεις δεξιά και ανεβαίνεις  στους Λάκωνες.
Δεν σταματάς στην Μπέλα Βίστα για καφέ γιατί το καρακιτσαριό έχει παραγίνει.
Πριν από τοπ Βίστωνα συναντάς μια ταμπέλα «προς Αϊ Γιώργη».
Στρίψε αριστερά.
Μην φοβάσαι .
Ο Δρόμος είναι φτιαγμένος καλά μέχρι κάτω στους Πάγους.
Στα διακόσια μέτρα θα βρεις ένα κιόσκι στην άκρη του δάσους. Πάρε  μια μποτίλια  άσπρο χωριάτικο κρασί και μια συκομαίδα.
Πεντακόσια μέτρα παρακάτω θα βρεθείς  στο χείλος  του γκρεμού στη θέση «χελιδόνι».
Κάτω από τα πόδια σου η  παραλία του Αι Γιώργη  και όλη η βορειοδυτική πλευρά του νησιού με τα διαπόντια νησιά.
Μαγεύεσαι!
Κατεβαίνεις  και κάθεσαι στην άκρη του βράχου , ανοίγεις την μποτίλια πίνεις μια γουλιά κρασί κόβεις  ένα κομμάτι συκομαίδα και ανάβεις και το τσιγάρο σου.
Δεν σε κυνηγάνε.
Πρόσεξε , όμως,  να μην κοιτάξεις πίσω σου.
Πίσω σου είναι το πτώμα… ο σκελετός μάλλον ….ενός τεράστιου  σπιτιού που θα ήθελε να είχε μπάνια , ξενώνες , λουτροκαμπινέδες, πλακάκια  γκαζόν και σαλόνι εκατόν είκοσι μέτρων .
 Εκεί θα γινόταν οι χοροί  της υψηλής κοινωνίας που θα  συνέρεε για να γνωρίσει από κοντά τον αφέντη του και  να το θαυμάσει.
Τώρα στέκει εκεί  ακίνητο  σαν στημένο κρανίο στην κορυφή του βουνού  στο έλεος κάποιας τράπεζας.
 Μην κοιτάς πίσω σου,  σου λέω!
 «Αφήστε τους νεκρούς να προελάσουν»
Κάνω το μπανάκι μου στο «Κρύο το νερό» και θυμάμαι το γνωστό χωριάτικο τραγουδάκι.
«Κάτω στον Αϊ Γιώργη στο κρύο το νερό
Σκοτώσαν τον Γιαννάκη………. Τριαλαριαριαροοοο…»

Γελάω γιατί το τραγούδι μιλάει με μιαν  εξόχως εύθυμη και χορευτική μουσική για ένα στυγερό έγκλημα.

Μούρχεται στο μυαλό ο Βαγγέλης ο Πρεβεζιάνος.

Έρχεται στο νησί ως αντιπρόσωπος μια εταιρείας φυτοφαρμάκων.

-«Τι ράτσα είσαστε εσείς οι κερκυραίοι ?» μου λέει.
-«Ο ένας δεν με πληρώνει , ο άλλος μου δίνει ραντεβού και δεν έρχεται, ο άλλος μου λέει να βρεθούμε «αμπονώρα με τσι έξι όρες» …..

-«Μη συνεχίζεις…»  του λέω  σοβαρά «… είμαστε διαφορετικοί πολιτισμοί»

Διακρίνω μια ανησυχία στα μάτια του, φοβάται κάποια σοβινιστική διάθεση από μέρους μου . Δεν δίνω σημασία και συνεχίζω.

«Για να καταλάβεις τι σου λέω πάρε ένα τραγούδι Ηπειρώτικο και ένα τραγούδι Κερκυραίικο που να μιλάνε ακριβώς για το ίδιο θέμα.
Παίρνουμε , για παράδειγμα  την ξενιτιά .
Το Ηπειρώτικο τραγούδι για την ξενιτιά  λέει αργόσυρτα:

 «Ορέ τα έρημα τα ξένααααα 
βρε Γιαννήηηηηη  Γιανάκη μουουουουουου!»

«Ξενιτιά είναι πως θέλεις να λέει?» Μου λέει ο Βαγγέλης.

«Άκου τώρα και το Κερκυραίικο»

«Έφυγε η Αγάπη μου
Και πήγε για τα ξένα
Με κάποιον άλλον τριγυρνά
Δε με θυμάται εμένα»

«Προσέχεις? ….Υπάρχει χαρά …υπάρχει αλεγκρία… υπάρχει εύθυμος χορός… βλέπουμε τις θετικές  πλευρές  της ζωής.
Πρώτον ξεφορτώνεσαι την αγάπη σου  που άλλος τρέχει είκοσι χρόνια στα δικαστήρια.
Δεύτερον  θα ξενογαμείς.
Τρίτον θα καλοπερνάει και η αγάπη σου  που την αγαπάς.
Τέταρτον θα σου στέλνει και κάνα φράγκο και…
Τέλος κάποια μέρα θα ξανάρθει (…δεν μπορεί παρά μια μέρα να ξανάρθειιιιιι).»

Πάρε τώρα ένα τραγούδι Ηπειρώτικο της χαράς και του έρωτα …λέει:

«Πάαααααμε στο λόοοοογγο 
για ξύλα μωρη Λέεεεενη…»

«Πού νάρθει η κακομοίρα η Λένη  ρε Βαγγέλη στο λόγγο ?….  που και για να γαμήσετε κλαίγοντας πηγαίνετε εσείς οι Ηπειρώτες!»

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2012

Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΚΑΣΣΟΠΗΤΡΑ



Την γνώρισα όταν πρωτόρθα στο Νησί. Μέναμε δίπλα δίπλα. Μας χώριζε ένα μοροφίντο.
Τα σπίτια μας ήταν μόνα μέσα σε μια κατάφυτη περιοχή κοντά στην Πόλη με μια κοινή  αυλή.
Ο Γιός της ο Σπύρος έβγαινε τα μεσημέρια του καλοκαιριού –τότε θάταν  οχτώ χρονώ- να κάνει το μάθημα της μουσικής στην αυλή. Στέκονταν στην μέση της αυλής με μόνη του περιβολή ένα ξεχειλωμένο και λαδωμένο σλιπάκι .
 Έπαιρνε πόζα και ξεκίναγε να παίζει με το βιολί του ασταμάτητα  το μι  καντίνι . Μπροστά του  ερχόταν και καθόταν στα πίσω του πόδια ο Μάρκος , σήκωνε το κεφάλι του προς τον ουρανό και έβγαζε ένα ουρλιαχτό  σαν του Λύκου.
Ο Μάρκος ήταν ένα τεράστιο κοκκινοτρίχικο αλητόσκυλο  που τόφερε μια μέρα η Μαρία από την  Πόλη. Ζούσε ελεύθερο στην ανοιχτή αυλή, αλήτευε στη γύρω περιοχή, αγαπούσε την  κλασική μουσική και μισούσε θανάσιμα τους υπαλλήλους της ΔΕΗ που ερχόταν να μετρήσουν το ρεύμα του ρολογιού.  Εξαιτίας του είχαμε δύο χρόνια να πληρώσουμε ρεύμα (μέχρι που μας το  κόψανε από την κολόνα).
Από μέσα ακουγόταν  η  αυστηρή φωνή του Κώστα του πατέρα του:  «Σπύρο η άλλαξε νότα η πήγαινε στην Πυλίδα να κάνεις το μάθημα σου».
Περισσότερο μου άρεσε η  κόρη τους  η Αννούλα  όταν έβγαινε στην αυλή και τραγουδούσε. Η φωνή της ήταν σαν γάργαρο νερό . Γαλήνευε η ψυχή μας.
Σήμερα είναι μια  από τις καλύτερες τραγουδίστριες της Κέρκυρας.
Είχαμε και έναν κακό γείτονα , τον Ράμπο, που  έφτιαχνε μια τεράστια οικοδομή  πιο κάτω.
Ένα πρωί  ακούμε τους δίπλα που είχανε τις ερωτικές τους περιπτύξεις .. καταλαβαίνεται …αχχχ   ωωωωωχ! Καιταλοιπά.
Ετοιμάζομαι  να φύγω για την δουλειά και ξαφνικά ακούω νευρικά και δυνατά χτυπήματα στην πόρτα. Ανοίγω και βλέπω πρωί -πρωί μπροστά μου τη σκατόφατσα του Ράμπο.
-«Παρακαλώ  τι θέλετε?»
-«Να μαζέψεις αυτό το κοπρόσκυλο που μας κουβάλησες εδώ γιατί  έρχεται και χέζει  στην άμμο της οικοδομής και κοσκινίζουμε κάθε μέρα».
-«Μην συνεχίζετε  – του λέω- ο Σκύλος είναι του δίπλα».
Χωρίς να ζητήσει συγνώμη πηγαίνει και χτυπάει κατά τον ίδιο τρόπο την πόρτα της Μαρίας.
Κρατιέμαι να μην γελάσω και περιμένω.
Βγαίνει η Μαρία στην πόρτα τυλιγμένη με το σεντόνι σαν αρχαία Συβαρίτισσα.
-«Τι θέλεις ορέ?» του λέει
-«Να μαζέψεις αυτόν τον κοπρίτη που μας έφερες εδώ γιατί…..»
-«Άμε με φάε σκατα  ορε  κούταυλε »  του απαντάει.
-«Σε ποιόν είπες να πάει να φάει σκατά μωρή χωριάτσα»  Αντιτείνει αυτός .
Τότε βγαίνει ο Κώστας , φορώντας ανάποδα το σώβρακό του, και με μια εναέρια βουτιά που θα την ζήλευε και  ο Μπάτμαν  τον αρπάζει και τον αρχίζει στο ξύλο.
Έφυγε ο Ράμπο δαρμένος και δεν μας ξαναενόχλησε.
Η Μαρία και ο Κώστας έβγαζαν  πάντα το ψωμάκι τους πουλώντας δίσκους στο μικρό δισκοπωλείο που έχουν. Ο Κώστας είναι εξαιρετικός γνώστης της Ελληνικής μουσικής και συλλέκτης παλαιών δίσκων. Η Μαρία  έχει την  εξαιρετική  ικανότητα να προωθεί το εμπόρευμα  με έναν μοναδικό τρόπο.
 Έρχεται ο Ηπειρώτης οικοδόμος  που ήταν παντρεμένος με μια «Κερκυραία τσαπερδόνα»  και  με την οποία μόλις χώρισε.
 Έχει ύφος «ζητώ ακρόαση θεού και αλλαγή πλανήτη».
Τον περιλαβαίνει η Μαρία και τονε περνάει πρώτα από « ξομολόηση». Αφού τα μαθαίνει όλα , του κάνει μια επιλογή τραγουδιών ακριβώς για την περίπτωσή του.
Όποιον Ηπειρώτη τον απατήσει  κερκυραία , δεν πάει σε δικηγόρο , πάει στη Μαρία.
Η Μαρία αγαπάει τους φτωχούς , τους  προδομένους, τους ασκόπως περιφερόμενους, τους βιοπαλαιστές και τους αδέσποτους σκύλους.
Ήρθε και στην  διαδήλωση.
-«Εδώ είμαι»  μου λέει.
-«Το ξέρω» απαντώ.
Με έπιασε αλαμπρατσάντε …στο χέρι της κρατούσε ένα σκουπόξυλο και πάνω είχε καρφώσει ένα κομμάτι πανί κόκκινο προς κεραμιδί.
-«Δεν είχα άλλο ..είναι από ένα παλιό σεντόνι του Πίπη μου».  Μου δικαιολογήθηκε.

Επιτέλους ξαναγίνονται οι σημαίες μας κόκκινα κουρέλια που τα κρατούν στα χέρια τους φτωχοί άνθρωποι.

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Άγιος Σπυρίδωνας Νο 2 «Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ»



Ένα καλοκαίρι πριν από χρόνια κανόνισα με μια παρέα εξ Αθηνών να πάμε για διακοπές στην Χαλκιδική.
Ξεκινήσαμε με τις μηχανές και θα συναντιόμασταν στην Θεσσαλονίκη.
Κάναμε το γύρο και των τριών ποδιών (Άγιο όρος, Σιθωνία και Κασσάνδρα ) και περάσαμε σούπερ , (μοναστήρια , κατάνυξη, αγρύπνιες σε μοναστήρια και σε μπαρ, κάμπινγκ καιταλοιπά.
Στην επιστροφή χωρίσαμε ξανά στην Θεσσαλονίκη και εγώ αποφάσισα να γυρίσω  στην Ηγουμενίτσα  (για αλλαγή)  από το Πεντάλοφο.
Σε μια κωμόπολη πριν αρχίσουν τα βουνά του Πεντάλοφου . ποτ την λένε Νεάπολη σταμάτησα για να φουλάρω το ντεπόζιτο. Μετά την Νεάπολη και μέχρι την Κόνιτσα δεν υπήρχε ούτε πουλί πετάμενο.
Διαπιστώνω ότι τα λεφτά  που μου περισσεύουν δεν φτάνουν για να μπω στο  καράβι.
Ανεβαίνω τις στροφές προς το Πεντάλοφο και σκέφτομαι ότι στην Ηγουμενίτσα θα βρω , ως συνήθως,  κάποιον γνωστό και θα δανεισθώ .
Αποφασίζω να το βγάλω από το μυαλό μου και να απολαύσω την διαδρομή .
Μετά από ώρα, στην κορυφή των βουνών , έξω από το Πεντάλοφο βλέπω μια καντίνα στην άκρη του γκρεμού και στη μέση του πουθενά.
Σκέφτομαι ότι αφού τα λεφτά δεν μου φτάνουν που δεν μου φτάνουν, να φάω ένα σάντουιτς .
Κατεβαίνω και παραγγέλνω ένα θεϊκό σάντουιτς (το μοναδικό που είχε το κατάστημα ) με ψημένο χωριάτικο λουκάνικο  σε τραγανιστή  φρέσκια μπαγκέτα με σουσάμι.
Χρειάζομαι ακριβώς ένα χιλιάρικο πλέον για  το καράβι αλλά προσπαθώ να μην το σκέφτομαι.
Πάνω που βρίσκομαι στην μαγική στιγμή της πρώτης δαγκανιάς, πίσω από την καντίνα εμφανίζεται ένας τύπος με κοιλιά και μάλλον πιωμένος.
-«Από πουθείσαι  παλικάριμ’» μου λέει.
-«Από την Κέρκυρα» του απαντώ.
Γουρλώνει τα μάτια και έρχεται καταπάνω μου με ανοιχτή την αγκαλιά,  «Αδελφέ μου σε έψαχνα παντού».
-«Εμένα,  ρωτάω με ανησυχία».
-«Ναι Θέλω να μου κάνεις μια μεγάλη χάρη.»
Βγάζει από την κωλότσεπη ένα ταλαιπωρημένο πορτοφόλι και τραβάει από μέσα ένα χιλιάρικο.
-«Όταν πάς στην Κέρκυρα θέλω να πάς να ανάψεις ένα κερί στον Άγιο Σπυρίδωνα… τοχω κάνει τάμα».
Πάγωσα.
«Δεν είναι δυνατόν…», σκέφτομαι,   «…μια διαβολική σύμπτωση». «…Ώρα  είναι να  κλονιστούν τα πιστεύω ενός  Πατριάρχη του διαλεκτικού υλισμού σαν και εμένα».
-«Άκου φίλε …δώσε το χιλιάρικο σε κάναν άλλον γιατί εγώ δεν τα πάω καλά με τους Αγίους.
Τυλίγω το σάντουιτς και κάνω να ανέβω στη μηχανή. Με προλαβαίνει και μου βάζει το χιλιάρικο στην τσέπη.
-«Δώστο να το ανάψει η μάνα σου…. κάποιος άλλος..που να βρω άλλον Κερκυραίο εδώ πάνω.»
Μέχρι την Κόνιτσα γελούσα. Με κοιτούσαν περίεργα οι οδηγοί από τα  ελάχιστα αυτοκίνητα που συνάντησα.
Όταν έφτασα στο σπίτι μου λέω στην κόρη μου: “Παιδί μου πάρε αυτό το χιλιάρικο και πήγαινε να ανάψεις ένα κερί στον Άγιο».
Με κοίταξε σαν να με έβλεπε για πρώτη φορά.
-«Μπα! Μια φορά πήγες στο Αγιονόρος και το «γύρισες»?».
Το και το της λέω,  μου συνέβη.
-«και γιατί δεν τρώμε το χιλιάρικο σουβλάκια?...να το φάνε τα λαμόγια της εκκλησίας?» μου απαντά.
Παίρνω ύφος δημοδιδάσκαλου από διήγημα του Παπαδιαμάντη και της απαντώ.
-«Το χιλιάρικο , παιδί μου, αντιπροσωπεύει τον κόπο ενός αφελούς και αγνού ορεσίβιου χωριάτη. Θα του το φάει  κάποιος καπάτσος της εκκλησίας. Δεν έχω σκοπό να του το φάω εγώ.  Αν θέλει ο Άγιος Σπυρίδωνας ας του επιστρέψει το χιλιάρικο και ας τιμωρήσει το λαμόγιο. Όπως και νάχει το πράμα , πρόκειται για ξένα ιντερέσα .»
Πέρασαν μέρες και η κόρη καθυστέρησε να πάει να ανάψει το κερί… δεν ήταν ο δρόμος της. Εν τω μεταξύ οι παρέες μας είχαν μάθει την Ιστορία και ένα πρωί χτυπάει το τηλέφωνο.
-«Εμπρός!»
Ακούω μια βραχνή και βαριά φωνή.
-«Ο Κύριος Κυριάκης?»
-«Μάλιστα …λέγεται»
-«Άγιος Σπυρίδωνας εδώ ..θα ρθείτε επιτέλους να ανάψετε εκείνο το κερί?» .

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΕΔΙΟ* ΤΩΝ ΚΟΡΥΦΩΝ



Λίγοι το γνωρίζουν, αλλά τα παλιά  χρόνια ο Άγιος Σπυρίδωνας ασχολούταν τις ελεύθερες ώρες του και με ζητήματα γεωστρατηγικής.
Έτσι λοιπόν ,στις 22 Αύγουστου  του 1716 έλαβε ανοιχτά το μέρος των συμμαχικών δυνάμεων της Ευρώπης και έτρεψε σε φυγή τους Οθωμανούς  οι οποίοι πολιορκούσαν  την Κέρκυρα  και οι οποίοι -ως γνωστόν -  πίστευαν σε άλλο άγιο .
Μερικές μέρες πριν ο Άγιος κάνει το θαύμα  και τους διώξει , οι Οθωμανοί είχαν χάσει την στρατηγικής σημασίας μάχη του Ουγγρικού  Πετροβαρντειν (5 Αυγούστου 1716) και πλέον δεν είχε νόημα να δώσουν την μάχη στην Κέρκυρα.
Αυτά όμως τα λένε όσοι υπονομεύουν το κύρος του Αγίου μας εξυπηρετώντας τα συμφέροντα του Εωσφόρου.
Από τότε, λοιπόν,  οι λαμπρές οικογένειες του νησιού μας καθιέρωσαν  ως μεγάλη γιορτή την σωτηρία του νησιού και ο Άγιος δεχόταν ευχαριστίες από τους πιστούς , οι οποίες ευχαριστίες  τον έκαναν έναν από τους πλουσιότερους άγιους της οικουμένης.
Έτσι λοιπόν κάθε χρόνο τέτοιες μέρες  συρρέουν στο νησί μας πιστοί από  παντού. Κοιμούνται το βράδυ στρωματσάδα στην πάνω πλατεία και αφού προσκυνήσουν φεύγουν άρον-άρον για να προλάβουν να προσκυνήσουν και την Παναγία την Κουρσαροβουλιάχτρα  στο Αιγαίο πέλαγος.
Η εικόνα της πόλης μας αυτές τις άγιες μέρες είναι αρκούντως  υπερρεαλιστική.
Βλέπεις στο δρόμο καμαρωτές Κερκυραίες με ανεπαίσθητη περιβολή (θέ μου συχώραμε).
Παρδαλές Ιταλίδες του Νότου με καπελαδούρες και μποκολέτες σε μέγεθος τορκού να φωνάζουν και να χαστουκίζουν στο σωρό το τσούρμο από τα πιτσιρίκια τους.
Πιστούς  προσκυνητές με τσεμπέρια και σακούλες  στα χέρια να περιδιαβαίνουν με ύφος εγκρατείας και ταπεινοφροσύνης .
Κατάπληκτους άγγλους , αδιάφορους ρώσους  και κάθε λογής  ταξιδευτή του μάταιου τούτου κόσμου.
Προχτές   βλέπω να έρχεται από το βάθος μια οικογένεια προσκυνητών – ταξιδευτών.
Το στερεότυπο είναι γνωστό.
Μπροστά  πηγαίνει ο άντρας με τα χέρια πίσω και την κοιλιά όσο γίνεται προτεταμένη.
Πίσω σε απόσταση μερικών βημάτων η γυναίκα με τσεμπέρι και φορτωμένη σακούλες με σεντόνια ,μαξιλάρια και με ύφος ιερομάρτυρα.
Πιο πίσω λίγα βήματα τα δύο  παχουλά τους παιδιά με ύφος απλανές.
Ξαφνικά σταματάει μπροστά μου ο άνδρας . Αμέσως φρενάρουν και οι υπόλοιποι σε ίσες αποστάσεις , σαν άγημα.
-«Δε μι λες μάστουρη …. Πού είναι ο άγιος Σπυρίδωνας?» με ρωτάει με ύφος άρχοντα.
-«Θα σε γελάσω αγαπητέ….. έχω τρείς μέρες να τονε δώ.» απαντώ σοβαρά.
Με κοιτάει καχύποπτα και αυστηρά.
-«Δηλαδή ..τονε βλέπεις?» ερωτά
-Γιατί δεν το πιστεύεις?  Του λέω έκπληκτος.
Ο Πιστός με κοίταξε δύσπιστα και συνέχισε το δρόμο του .
Απόλυτα συντονισμένο και το άγημα.

*Ασέδιο (Asedio) = Πολιορκία.

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

ΟΙ ΕΣΤΡΑΝΔΙΩΤΑ ΤΟΥ ΚΡΟΚΟΝΔΙΛΟ ΚΛΑΔΑ



Ο Κροκόνδιλο Κλαδάς . ο Δημήτριος Βοζίκης και ο Μερκούριος Μπούας ήταν οι πρίγκιπες του Βυζαντίου που αμύνθηκαν  της Πελοποννήσου  στην κάθοδο των Οθωμανών  κοντά στο 1500.
Οι Οικογένειες  Κλαδά , Μπούα και Βοζίκη  είχαν στην ιδιοκτησία τους το μεγαλύτερο μέρος της Πελοπονήσου.
Οι  δουλοπάροικοι που είχαν στην δούλεψη τους ήταν πολλές δεκάδες χιλιάδες .
Οι πρόγονοι τους είχαν παροτρυνθεί να μετοικήσουν από την περιοχή της σημερινής Αλβανίας  στην Πελοπόννησο γύρω στο 1100 από τους τότε   Αυτοκράτορες  του Βυζαντίου.
Πριν αποφασίσουν να πολεμήσουν αμυνόμενοι της γης τους προσπάθησαν να συμβιβαστούν με τους Οθωμανούς και να υπάρξει ένα καθεστώς σχετικής αυτονομίας.
Δεν τα κατάφεραν και έβαλαν τους δουλοπάροικους να γίνουν πολεμιστές.
Τους ονόμασαν Εστρανδιώτα.
Χρηματοδοτήθηκαν και υποστηρίχτηκαν από τους Ενετούς που είχαν και αυτοί συμφέροντα.
Έχασαν τον πόλεμο μετά από δεκατρία χρόνια και μεταφέρθηκαν με γαλέρες στα  Επτάνησα.
Στην Κέρκυρα τους έβαλαν να μείνουν σε άθλια καταλύματα στην Στρατιά (εκ του  Εστρανδιώτα, το όνομα) που ονομαζόταν επίσης  και Αναπλιώτικα.
Έφεραν μαζί και τις πολεμικές σημαίες του Βυζαντίου υπό τις οποίες πολέμησαν  και  οι οποίες ήταν κόκκινες με έναν μαύρο δικέφαλο αετό στη μέση.
Μιλούσαν μια ακατανόητη γλώσσα η οποία  ήταν μόνον προφορική.
Ήταν πιστοί στους αφέντες και οι Ενετοί  ίδρυσαν με αυτούς ένα σώμα πολιτοφυλακής (Κάτι σαν τα ΜΑΤ).
Ο Ντόπιος πληθυσμός βρισκόταν σε συνεχείς ταξικές αντιπαραθέσεις με την αριστοκρατία.
Οι  Εστρανδιώτα  δεν κατάφεραν να γίνουν κομμάτι του λαού . Ζούσαν απομονωμένοι και μισητοί. Θεωρούταν άξεστοι αγροίκοι  και δολοφόνοι.
Πολύ αργότερα  (Το 1792)  , οι απόγονοί τους ήταν αυτοί που εναντιώθηκαν στους Γάλους Δημοκρατικούς  και υποδέχτηκα με ζητωκραυγές τον  Ναύαρχο Ουζάκωφ.
Ο Φασισμός αγαπητέ αναγνώστη δεν είναι ένα περίεργο φαινόμενο του Νεωτερισμού.
Υπήρχε πάντα με άλλα ονόματα.
Είναι  ο θυμός και το μίσος των δούλων , των άνανδρων  και των υποταγμένων ενάντια  σε όποιον επαναστατεί , μορφώνεται και ζητάει την ελευθερία του.
Κατά βάθος μισούν  τον εαυτό τους.
Τους  χρησιμοποιούσαν πάντα οι  Αρχόντοι για να κάνουν τη δουλειά τους .

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

Ο ΕΠΙΜΟΝΟΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ



Κάποτε, θυμάμαι (πριν περάσουνε τα χρόνια), τότε που οι  Αλβανοί ερχόταν «από το χιόνι» και   υπήρχε μεγάλη ανησυχία.
Τόσο μεγάλη που ακόμα και ένας  μεγάλος θεωρητικός της αριστεράς είχε πει σε δημόσια ομιλία του σε πλατεία της πόλης μας ότι : «Οι Αλβανοί εργάτες παίρνουν τις δουλειές από τους «δικούς μας εργάτες» και τα χρήματα τα πηγαίνουν στην Αλβανία για  να γίνει η  «Πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου».  Λες και τα λεφτά που έβγαζε αυτός από την δουλειά του πηγαίνανε για την σοσιαλιστική οικοδόμηση.
Τότε , λοιπόν , ένας ξενοδόχος  στην Κέρκυρα προσέλαβε έναν Αλβανό κηπουρό.
 Ο Αλβανός  ήταν  από ένα χωριό κοντά στους Άγιους Σαράντα.
Στην πατρίδα του τον θεωρούσαν κάτι σαν Πομάκο.
 Στην Ελλάδα τον θεωρούσαν  επίσης έτσι, παρόλο που  επί χρόνια ανάγκαζαν τους φαντάρους να τραγουδούν ένα  εμβατήριο που έλεγε   «Έχω μια αδελφή κουκλίτσα αληθινή,  την λένε Βόρειο Ήπειρο την αγαπώ πολύ».
Ο Αλβανός έκλεισε τα αυτιά του ,τα μάτια του και το στόμα του και δούλευε νυχθημερόν όχι μόνο στους κήπους, αλλά ξελογιάζοντας τους λόγγους του ξενοδόχου καθώς  και όσων είχε υποχρέωση.
Επί μήνες δεν τον πλήρωνε αλλά  ο Αλβανός έκανε υπομονή διότι έτρωγε και κοιμόταν σε μια αποθήκη με γράβαλα , τσαπιά και χορτοκοπτικά.
«Επέρασε ο χειμώνας και ήρθε η καλοκαιριά και ύστερα πάλι ξανάρθανε τα κρύα» και ο Αλβανός ακόμα να πληρωθεί.
Όταν, ύστερα από πολύ καιρό,  ζήτησε επίμονα τα μεροκάματά του, ο ευγενής  Έλληνας ξενοδόχος κάρφωσε τον βορειοηπειρώτη αδελφό στην αστυνομία.
Η αστυνομία αφού του έριξε ένα χέρι ξύλο   τον πήγε στην Κακαβιά και τον  πέταξε πάνω από το πορτόνι να τόνε περιλάβουνε οι άλλοι .
Πέρασε καιρός και μια ζεστή νύχτα του Ιουλίου που το  ολόγιομο φεγγάρι  έπαιζε ερωτικά παιχνίδια με τα ασημένια νερά του βορείου Ιονίου και οι νυσταγμένοι βάρδοι τραγουδούσαν αν στην κοφινέττα…
«Όλα σου   είναι παραδείσια  ουρανός αληθινά,
Κέρκυρα με την περίσσια πρασινάδα και ομορφιά»,

…ένα ταχύπλοο ξεκίνησε νωχελικά από τις ακτές της Γειτονικής Αλβανίας.

Μόλις έφτασε  στην μέση της θαλάσσης τσίτωσε τα γκάζια και τα 150 άλογα της εξωλέμβιας,  σε μερικά λεπτά,  το έφεραν στην μαγευτική αμμουδιά του ήσυχου ξενοδοχείου.
Οι επιβάτες  του ταχύπλοου  όπλισαν τα καλάζνικωφ,  τα έβαλαν σε «βολή κατά ριπάς» και άδειασαν τις γεμιστήρες στις τζαμαρίες του ξενοδοχείου.
Ο Ξενοδόχος πετάχτηκε από το κρεβάτι  του  έντρομος  νομίζοντας ότι γίνεται η απόβαση στην Νορμανδία.
Το ταξιδιωτικό γραφείο έστειλε την επομένη λεωφορεία και πήραν τους τουρίστες . Φρόντισε, δε,  να υποβαθμισθεί το γεγονός στο εξωτερικό για να μην  βγάλει μόνο του τα μάτια του.
Ο Διευθυντής της επαρχιακής εφημερίδας που είναι ικανός να κάνει πρωτοσέλιδο  την δραπέτευση ενός απελπισμένου γαιδάρου  (παρουσιάζοντας την περίπου σαν την «Μεγάλη Απόδραση», με αποτέλεσμα οι χωριανοί να μετονομάσουν τον γάιδαρο από «Μπούλη» σε «Στήβ Μακ Κουήν» ),   το έθαψε στην Τρίτη σελίδα .
Ο Αστυνομικός διευθυντής δεν μπόρεσε να κάνει δηλώσεις γιατί εκείνη την ώρα έκανε γαργάρες με αλατόνερο.
Ο Βουλευτής μας «για το καλό του τουρισμού» έλειπε στην Αθήνα.

Έτσι είναι η ζωή, αγαπητέ αναγνώστη …

…και όπως έλεγε ένας φίλος  ποιητής και κηπουρός….

«Αν δεν ποτίσεις τα λουλούδια
Θα βρέξει αγκάθια ο  στεναγμός»

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

Η ΛΟΥΛΑ Η ΚΟΥΤΣΗ



 Την συνάντησα χτές το βράδυ όπως γύριζα από την έκθεση βιβλίου στην πάνω πλατεία.

Ήταν όρθια τσι Κάρτε Λάκουες με ένα ποτήρι στο χέρι. Κουνιόταν ανεπαίσθητα στους ήχους μιας ακαθόριστης « μουσικής» και μουρμούραγε κάποιο ακατανόητο ρεφραίν.

Η Guardia dell’ acqua (Το κτήριο που στέγαζε , την εποχή των Ενετών , την φρουρά του υδραγωγείου της πόλης) έχει μετατραπεί σε μπαράκι για μοναχικές τριαντάρες και τριαντάρηδες (προς σαράντα) .

Θυμάμαι παλιά έμενε στους Καπουτσίνους και την έλεγαν Νίτσα. Αργότερα στο γυμνάσιο το έκανε «Ελένη» .Στο Λύκειο κατέληξε σε «Έλενα».

Η μάνα δούλευε σε διάφορες δουλειές ως καθαρίστρια.

«Το παιδί Σταμάτη..» μου έλεγε «…δεν τα παίρνει τα γράμματα».

Μετά από περιπέτειες τελείωσε το λύκειο και μετά από λίγα χρόνια , αφού είδαν και απόειδαν, της άνοιξαν ένα κυλοτάδικο στην Πολυχρονίου Κωνσταντά.

Τω καιρώ εκείνω είχα μετρήσει καμιά εικοσαριά κυλοτάδικα μόνο σε αυτόν τον δρόμο.

Η εικόνα της πόλης μας σου έδινε την εντύπωση ότι οι γυναίκες μας άλλαζαν κυλότες τρεις τέσσερις φορές την ημέρα.

Παρόλα αυτά δούλευαν κουτσά στραβά .

Ώσπου ήρθε η κρίση και τα περισσότερα κυλοτάδικα έκλεισαν.

Επειδή, όμως, ουδέν κακόν αμιγές καλού, σήμερα μπορούν άνετα οι αριστεροί αφισοκολλητές να κολλούν τις αφίσες τους με σελοτέιπ στις βιτρίνες των κλειστών κυλοτάδικων.

Τώρα η «Έλενα» το βράδυ λικνίζεται σαν σταρ του σινεμά στην Ευγενίου Βουλγάρεως και το πρωί δουλεύει καμαριέρα σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο.

Μαζί με άλλη μία κάνουν σαράντα δωμάτια την ημέρα στο πόστο τους.
Δεν το λέει σε κανέναν.
Πρέπει να γυρίσει γρήγορα σπίτι να κοιμηθεί για να αντέξει την αυριανή μέρα.
Είναι απλήρωτη εδώ και δύο μήνες.

Προσπαθούσε να μην ανήκει σε καμιά συλλογικότητα , «ήταν όλοι ξεπουλημένοι».

Τελευταία ανεβάζει στο face book αρχαίες Ελληνικές κολόνες και σημαίες και γράφει ακατανόητα γκρίκλις .

Αυτά σκεφτόμουν περπατώντας για το σπίτι …ώσπου κάτω από τα βόλτα της Πολυχρονίου Κωνσταντά , κοντά στο κλειστό κυλοτάδικο της Έλενας ….μου ρίχτηκε η τρομερή συμμορία του Τζόνυ.

Σκιάχτηκα.

Ευτυχώς ανάμεσά τους ήταν και η Λούλα η Κουτσή (η γκόμενα του Τζίνου) .

Με γνώρισε , μου κούνησε την ουρά της και ηρέμησαν οι υπόλοιποι.

Γλύτωσα.

Της χάιδεψα την μουσούδα.

Ευτυχώς την έχει μαζέψει μια γριά και την ταΐζει μέσα στην κανιζέλα της.

Να θυμηθώ αύριο να της πάω λίγο φαί.