Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

«Σαν ζωγραφιά στην εκκλησιά η σαν κερί αναμμένη»


Εγνώρισα  κάποια φορά (σε ένα καράβι ξένο) τον Αγησίλαο.
Δουλεύαμε ένα φεγγάρι μαζί στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά.

Ήθελε να τόνε λένε  «Άγη» , ήτανε πιο αποδεκτό από τις γυναίκες.

Ο Άγης  ήταν ένα χωριατόπαιδο από ένα χωριό κοντά στην Πύλο. Ο πατέρας του σκοτώθηκε από ένα άλογο , έπεσε η τον χτύπησε , δεν θυμάμαι.

Μετά  μπαρκάρισε σαν βοηθός λαδά σε γκαζάδικο. Δεν ξαναγύρισε στο χωριό του και δεν επικοινωνούσε με την μάνα του η τα αδέλφια του.

Δεν μου είπε ποτέ περισσότερα. Φαινόταν σαν να έκρυβε κάτι που τον βασάνιζε.

Σου έδινε την εντύπωση «του σχοινιού και του παλουκιού». Μακριά μαλλιά και τατού. Ήταν όμως αγαθός και καλόκαρδος.

Για πολλούς ήταν «ο ιδανικός φίλος» . Είχε μια μοναδική ικανότητα να σε προμηθεύει ότι είχες ανάγκη. Ήθελες ένα ρολόι  Σέικο?  Στο έφερνε αμέσως. Ήθελες ένα δίσκο βινυλίου που δεν είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα? Στον Άγη.

Πουλούσε απίθανα πράγματα  σε πολύ καλές τιμές , από ανεμιστήρες μέχρι απαγορευμένα πορνοπεριοδικά και από αφορολόγητα αμερικάνικα τσιγάρα μέχρι ακριβούς αναπτήρες.

Ο Άγης είχε «άκρες».

Τονε συνάντησα μετά από καιρό στο Πέραμα στη ζώνη. Δουλεύαμε στη ράδα.

«Ράδα» λέμε το αγκυροβόλιο ανοιχτά του λιμανιού.

Φεύγαμε κάθε πρωί τα ξημερώματα με την λάντζα , μια πλεούμενη πλατφόρμα γεμάτη με καλώδια σωλήνες βάνες , μπουκάλες ασετιλίνης και σκυθρωπά αξούριστα μούτρα.

 Όπου ακουμπούσες λερωνόσουν.

Εγώ κοίταγα μονίμως τα φώτα του περάματος που απομακρυνόταν. Ο Άγης καθόταν κοντά στην πλώρη και κοίταγε κατά τα φώτα του καραβιού που πλησίαζαν, με ένα κουτάκι έτοιμο νεσκαφέ που σούκοβε τα άντερα και ένα τσιγάρο «Σαντέ» στο χέρι.

Κάθε πρωί μου «κόλαγε»  ένα τραγούδι και το μουρμούριζα όλη μέρα. Ήταν ένας τρόπος που χρησιμοποιούσα για να αντέξω την ημέρα.

Εκείνο το πρωί μου είχε κολλήσει το  «Για την Ελένη» του Χατζηδάκη που το τραγουδούσε τότε  η Μαρία Δημητριάδη.

Το μουρμούραγα και το ξανά μουρμούραγα ασταμάτητα.

Δουλεύαμε στο μηχανοστάσιο , και ο Άγης ήταν κάπου πιο πάνω. Τα πανιόλα ήταν γεμάτα λάδια, παντού καπνοί από τα οξυγόνα και τις ηλεκτροκολήσεις .

Απίστευτοι θόρυβοι που με τρέλαιναν.

Συνέχισα να τραγουδάω την «Ελένη» σαν αυτιστικός. 

Δεν ξέρω αν συμβαίνει και σε άλλους αλλά είχα καταφέρει να κλείνω όλον τον κόσμο «έξω». Σαν χολιγουντιανή ταινία δράσης που την δραματικότερη στιγμή παύουν οι θόρυβοι και όλα κινούνται αργά.

Τραγουδάω συνέχεια για μια Ελένη που είναι «σαν ζωγραφιά στην εκκλησιά η σαν κερί αναμμένη» και ξαφνικά με συνεφέρνει το πρόσωπο του Άγη ανάποδα μπροστά μου.

Έχει κρεμαστεί από τα κάγκελα και μου φωνάζει αγριεμένος όπως δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ. «Ποιά είναι αυτή η Ελένη γαμώ τα βάσανα?».

Το πρόσωπό του είχε συσπαστεί έτσι που νόμιζα ότι θα με χτυπήσει. Τα μαλλιά του κρεμόταν κάτω.

Τον κοίταγα άναυδος και αποσβολωμένος.

Το απόγευμα στο γυρισμό ήμασταν αμίλητοι.

Την ώρα που ξεφορτώναμε τα εργαλεία μου είπε, χωρίς να με κοιτάξει: «Συγνώμη για πριν».

Μετά από λίγες μέρες ξαναμπαρκάρησε.
Δεν τον ξαναείδα .

Ας είναι καλά όπου βρίσκεται.

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Το τούβλο της Τεργέστης


Πριν από μερικά χρόνια με είχε πιάσει μια μανία να μαζεύω τούβλα.

Πρέπει να ήμουν ο πρώτος στην Ιστορία του Ανθρώπου συλλέκτης τούβλων.

Στην αρχή είχα βρει σε κάτι ερείπια ένα τούβλο κόκκινο μασίφ και πάνω είχε χαραγμένη σαν σφραγίδα την φίρμα του εργοστασίου που το παρήγαγε.

Συν το χρόνω έμαθα ότι, στην Κέρκυρα, λειτουργούσαν δεκάδες εργοστάσια (σε διαφορετικές εποχές ) παραγωγής τούβλων.

Όλη η παλιά πόλη έχει χτιστεί με αυτά τα κιτρινοκόκκινα τούβλα.

Είχαν σε όλα τα εργοστάσια την συνήθεια να σφραγίζουν ένα τούβλο ανά παρτίδα.

Έτσι τα τούβλα με σφραγίδα ήταν σχετικά σπάνια και έπρεπε να ψάξεις μέσα σε σωρούς ερειπίων προκειμένου να βρεις το σφραγισμένο και να το εντάξεις στην συλλογή σου.

Με τούτα και με κείνα βρέθηκα να είμαι ιδιοκτήτης μιας συλλογής σαραντατεσσάρων σφραγισμένων τούβλων διαφορετικών εποχών και διαφορετικών εργοστασίων.

Σύμφωνα με τον θρύλο υπήρχε και ένα τεσσαρακοστό πέμπτο τούβλο το οποίο ήταν το πρώτο και με το οποίο χτίσθηκε το πρώτο βενετσιάνικο τμήμα του Παλιού Φρουρίου της Κέρκυρας .

Το είχαν φέρει με καράβια από την Τεργέστη οι Ενετοί.

Αυτό μου έλειπε και ήταν ο καημός μου.

Δεν μπορούσα , βεβαίως, να γκρεμίσω το Παλαιό Φρούριο και να ψάξω στα ερείπια για ένα μυθικό τούβλο που θα συμπλήρωνε την συλλογή μου.

Έτσι εγκατέλειψα την προσπάθεια ώσπου μια καλοκαιρινή νύχτα πήγαμε με τον Παναγιώτη και τις γυναίκες μας σε μια συναυλία που γινόταν στο Παλαιό φρούριο ,στον χώρο μπροστά στον ναό του Αγίου Γεωργίου.

Δεν βρίσκαμε καρέκλα και ακουμπήσαμε στο τοιχίο .

Ήμουν πίσω από τον Περιστέρη και όπως είχα ακουμπήσει το χέρι μου στο τοιχίο ένοιωσα το τούβλο που έπιασα να κουνιέται.

Κοίταξα αφηρημένος και με έπιασε ταχυπαλμία. Το μαγικό τούβλο είχε στην μέση έναν οβάλ κύκλο και στην μέση του κύκλου ένα βέλος.

Το Τούβλο της Τεργέστης !

Σε όλη τη διάρκεια της συναυλίας κουνούσα το τούβλο αριστερά δεξιά ώσπου το ξεκόλλησα.

Σήκωσα την μπλούζα μου και το σφήνωσα κάτω από την μασχάλη μου.

Βγαίνοντας ( μπροστά στο Ιστορικό αρχείο) δεν μπόρεσα να κρατηθώ.

«Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί μα η χαρά δεν την αφήνει».

Αποκαλύπτω στον Περιστέρη την κλοπή.

Με κοίταξε κατάπληκτος και με γουρλωμένα μάτια.
«Καλά αναίσθητος είσαι?»
«Τι θα γίνει αν ο καθένας παίρνει και από ένα τούβλο?»

Ώσπου να περάσουμε τη γέφυρα της Κόντρα φόσα με έλουσε με διάφορα επίθετα που δεν είναι της παρούσης.

Ένοιωσα τουλάχιστον σαν τον Έλγιν .

Μπροστά στο άγαλμα του Σχουλεμβούργου , γεμάτος με ενοχές, γύρισα πίσω και έβαλα το τούβλο στην θέση του.

Όποτε πηγαίνω από τότε στο φρούριο για καφέ η καμιά συναυλία λοξοδρομώ (τάχαμου για κατούρημα) και βεβαιώνομαι ότι το τούβλο είναι εκεί.

Τα τούβλα της συλλογής μου τα χρησιμοποίησα όλα για το χτίσιμο του σπιτιού μου στο χωριό.

Υπάρχουν τούβλα σφραγισμένα στην σκάλα της εισόδου , στην σκάλα του Μπότζου και στην ογνίστρα.

Καμιά φορά , τους χειμώνες που κάθομαι στην φωτιά, μου λείπουν οι οργισμένες καταγγελίες του , οι γκρίνιες του, οι απόλυτες γνωματεύσεις του, οι χαμηλόφωνες, και δήθεν αδιάφορες, αφηγήσεις του.

Μου λείπει το τούβλο της Τεργέστης.

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Η τριλογία του κώλου μέρος τρίτο. Το ΟΙκολόπαιδο


Κατόπιν απαιτήσεως του κοινού μου αναφέρομαι σήμερα στο ΟΙκολόπαιδο.
Αποτελεί το τρίτο (και τελευταίο)  μέρος της Τριλογίας (του κώλου).
Το Οικολόπαιδο σε αντίθεση  με τις δύο προηγούμενες περιπτώσεις  είναι μια περίπλοκη ιστορία. Εδώ  έχουμε να κάνουμε με μια μεταμοντέρνα  κατάσταση.
Το δικό μας Οικολόπαιδο  έχει πλέξει τα μαλλιά του ράστα φοράει σκισμένο τζιν  διακοσίων ευρώ και  ισοθερμικό μαύρο κολάν από μέσα.
Πιστεύει ακράδαντα ότι η «άποψη» είναι  δική του και ως εκ τούτου δεν μπορείς να την βρεις οπουδήποτε αλλού στον πλανήτη Γή .
Νομίζει ότι ο ουρανός , τα αστέρια, οι γαλαξίες, οι μαύρες τρύπες, τα Pulsars, οι σούπερ νόβα, τα σύννεφα ,  οι πόλεις , και οι άλλοι άνθρωποι  είναι το ντεκόρ της ύπαρξής του.
Μαλακίζεται  στο δωμάτιο του κάτω από την αφίσα του Μπόμπ  Μάρλευ  αλλά  του αρέσει και ο Στάλιν.
Ταλαντεύεται ανάμεσα  στο «συμπαγές κόμμα της εργατικής τάξης» και σε έναν  μεταμοντέρνο νεοχιπισμό.
Πιστεύει ότι η επανάσταση  πρέπει να γίνει  μετά την εξεταστική, πριν από τις διακοπές  και οπωσδήποτε  μετά τις μία το μεσημέρι.
Είναι οπαδός του κλασικού δόγματος «χασίσι, γαμίσι και επιστροφή στη φύση».
Προφανώς το προβάλει και ως αίτημα προς διεκδίκηση διότι από ότι έχω καταλάβει του λείπουν και τα τρία.
 Είναι επίσης οπαδός του αδελφού του Μάρξ  ο οποίος ως γνωστόν έγραψε το «δικαίωμα στην τεμπελιά».
Δεν διευκρινίζει πάντως αν αυτό το πανανθρώπινο δικαίωμα στην τεμπελιά  μπορεί να το έχει και ο πατέρας του.
Πιστεύει ότι  «ζωή στη φύση» είναι να είσαι ξαπλωμένος κάτω από ένα δέντρο και κάθε που πεινάς να ανοίγεις το στόμα σου και να πέφτει και ένα διαφορετικό δροσερό φρούτο στο ανοιχτό σου στόμα. Μια  περίπτωση ΟΙκολόπαιδου που γνώρισα στην Αθήνα πίστευε ότι υπάρχουν κάτι πανύψηλα δένδρα που βγάζουν ντοματοσαλάτες.
Διαπνέεται από έναν καινοφανή μετααμοραλισμό (θα έλεγα).
Τα πάντα γύρω του είναι μιας χρήσεως.
Η ΟΙκολόμαμμα  μένει γαντζωμένη επάνω του  προκειμένου να ρουφήξει και την τελευταία σταγόνα της όποιας  ζωντάνιας του   πριν πεθάνει.
Ο ίδιος μένει γαντζωμένος στην μάνα του μέχρι να ρουφήξει και το τελευταίο ευρώ της σύνταξης της.

Η τριλογία του κώλου μέρος δεύτερο. Ο ΟΙκολόγερος


Αναγκάζομαι να γράψω ένα κείμενο για τον «Οικολόγερο» προκειμένου να αντισταθμίσω την  «σεξιστική» εντύπωση που έδωσα βάλλοντας ενάντια στην «ΟΙκολόγρια» πριν από λίγες μέρες.
Ο Οικολόγερος, λοιπόν , ζει ανάμεσα μας .
Δεν ήταν πάντα Οικολόγερος .
Ακολουθούσε πάντα, όμως το  γενικώς αποδεκτό.
Αν το γενικώς αποδεκτό ήταν τα ανόητα ανέκδοτα για ποντίους , έλεγε ανόητα ανέκδοτα για ποντίους.
Αν το γενικώς αποδεκτό ήταν να είσαι Παναθηναϊκός ,  ήταν Παναθηναϊκός.
Αν το γενικώς αποδεκτό ήταν  να  μην ασχολείσαι με το ποδόσφαιρο, δεν ασχολούταν με το ποδόσφαιρό.
Αν το γενικώς αποδεκτό ήταν  να  φιλάς τον κώλο του δασκάλου σου , φίλαγε τον κώλο του δασκάλου του.
Αν το γενικώς αποδεκτό ήταν  να κάνεις ότι δεν βλέπεις , έκανε ότι δεν έβλεπε.
Αν το γενικώς αποδεκτό ήταν να είναι κουρεμένος , κουρευόταν.
Αν το γενικώς αποδεκτό ήταν να έχει λίγα μαλλιά, άφηνε λίγα μαλλιά.
Αν το γενικώς αποδεκτό ήταν να ακούει ροκ , άκουγε ρόκ.
Αν ήταν γενικώς αποδεκτό να μην ασχολείσαι με την «πολιτική» , δεν ασχολείτο με την «πολιτική».
Αν το γενικώς αποδεκτό ήταν  να τρώει υγιεινά, έτρωγε υγιεινά.
Αν ήταν γενικώς αποδεκτό να τρώει σε φαστφουντάδικα το σαββατόβραδο , έτρωγε σε φαστφουντάδικα το σαββατόβραδο.
Αν ήταν γενικώς αποδεκτό να είναι  φανατικός ψηφοφόρος του κυβερνώντος κόμματος, ήταν φανατικός ψηφοφόρος του κυβερνώντος κόμματος.
Αν ήταν γενικώς αποδεκτό να είναι  «κατά των κομμάτων» ήταν «κατά των κομμάτων».
Αν ήταν γενικώς αποδεκτό να ήταν   ελαφρώς αντιεξουσιαστής, ήταν ελαφρώς αντιεξουσιαστής.
Αν το γενικώς αποδεκτό ήταν να  είναι οικολόγος , ήταν οικολόγος.

Τελευταία πήρε την σύνταξή του.
Έχει «τακτοποιήσει τα παιδιά».
Πρέπει να ασχοληθεί με κάτι  εκ του ασφαλούς.
Κατακεραυνώνει τους πάντες για την εγκατάλειψη της υπαίθρου.
Έχει ύφος μέντορα της οικολογίας.
Ανεβαίνει στην έδρα του εισαγγελέα.
Δεκαπέντε του μηνός θα πάρει την σύνταξή του.  
Βλέπει το τέλος να έρχεται και χρειάζεται επειγόντως μια δικαίωση .

Η τριλογία του κώλου μέρος πρώτον. ΟΙκολόγρια


Ζει μόνη της .
Ξυπνάει κατά τις δέκα και  αφού στρονίζεται  καμιά ώρα σηκώνεται και ντύνεται απλά  και εναλλακτικά.
Έχει βρει τον τρόπο να κρύβει ,όσο γίνεται ,την ηλικία της .
Δυσκολεύεται να κρύψει το άγχος  .
Από το σαλόνι  ακούγεται η σκούπα της Βουλγάρας.
Πίνει  ντεκαφεινέ στο μπαλκόνι.
Κατά τις  έντεκα  μπαίνει στο  τζιπ και βγαίνει στην λεωφόρο Αλεξάνδρας.
Είναι η ώρα για τις καθημερινές της ασχολίες.
Ανεβαίνει προς την πλατεία Σαρόκο με  τεσσερισήμισι χιλιάδες κυβικά.
Στα φανάρια του ταχυδρομείου έχει μπλοκάρει το σύμπαν.
Καταφέρνει να φτάσει στην αρχή της Αβραμίου αφού της έσβησε δυο-τρείς φορές.
Έξω από το  τμήμα Ιστορίας  φρενάρει για να μιλήσει σε κάποιον γνωστό.
Πίσω της  καταφέρνει να φρενάρει  στο μισό μέτρο  ο «Μαγκιόρος  μεταφοραί»  με  γαμοσταυρίδια.  Μεταφέρει   τα πράματα ενός Αλβανού που μετακομίζει  για πολλοστή φορά.
Στην Παλλάδα  παρκάρει ενάμιση μέτρο από το πεζοδρόμιο και  παίρνει από του Σαούλου ένα  κιλό  ρύζι βιοκαλλιέργειας και ένα φακελάκι Βαλεριάνα .
Περνάει απέναντι στο «Δήμητρα» και παίρνει ένα καροτσάκι ζωοτροφές για γάτους και σκύλους.
Συνεχίζει προς  τελωνείο και στο Νώτικα στρίβει προς  Καΐκια-Κατουρήστρες.
Ανεβαίνει από το φρούριο και μποτιλιάρεται  στην είσοδο της λαϊκής.
Κατά τις μία κατεβαίνει προς το τένις .
Φρενάρει απότομα σε μια διασταύρωση χωρίς λόγο και παραλίγο να στείλει στο νοσοκομείο τον πιτσιρικά με το παπί που ακολουθεί.
Λίγο πριν την κολόνα του Ντούγκλα  ξαναφρενάρει απότομα.
Ξέχασε να φουλάρει .
 Συνεχίζει προς  Γαρίτσα –Αεροδρόμιο- Τρία  Γεφύρια.
Θα χρειαστεί άλλο ένα βαρέλι βενζίνα. 
Μεθαυρίο είναι Καθαρή Δευτέρα και  θα πάει στην  εξοχή.